Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Λήθη εναντίον Μνήμης και αντιστρόφως

Την τελευταία φορά που ψήφισε δεξιά ήταν τότε με τον Μητσοτάκη και τη Μαρίκα, που τους κάναμε πρωθυπουργούς. ΠΑΣΟΚ θα ψήφιζε αλλά ήταν πολύ ερωτευμένη. Για γάμο το πήγαινε. Και βέβαια είχε  το πρότυπο της οικογένειας μπροστά της.
Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμεναν ούτε αυτή, ούτε ο Μητσοτάκης.
Πωλήτρια σε μαγαζί με γυναικεία εσώρουχα δουλεύεις. Τι βράκες είναι αυτές που φοράς, την παρατήρησε ο δικός της.
Χωρίσανε με βαριές κουβέντες . Εκείνο που θυμάται είναι το χαστούκι που έφαγε όταν τον κατηγόρησε για τεμπελιά και ανικανότητα. Τα κεντρικά επιχειρήματα ήταν η σεξουαλικότητα της Μιμής από τη μια και η εθνικοπατριωτική προσήλωση στην οικογένεια από την άλλη.
Έκτοτε οι σχέσεις της άλλαζαν με το ρυθμό των εκλογικών αναμετρήσεων. Κάποιες φορές ψήφισε, κάποιες απείχε. Από Τσοβόλα και Λεβέντη μέχρι λευκό οι προτιμήσεις της, πολιτικά.
Από έναν ταξιτζή που τον έδωσε δρόμο όταν ανακάλυψε ότι ήταν παντρεμένος, μέχρι έναν νοσηλευτή του Ε.Σ.Υ. Μ’ αυτόν είχε κι’ ένα θεματάκι στο κρεβάτι, γιατί ήλεγχε το σώμα της σαν να ήταν ασθενής. Πότε μια φλεβίτσα από δω, πότε ένα βουζούνι από την άλλη, δεν κάνανε σεξ. Πρακτική άσκηση ανατομίας κάνανε.
Στις τελευταίες εκλογές ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ. Τότε ήταν που τα έφτιαξε μ’ έναν συνταξιούχο τραπεζοϋπάλληλο. Οι ανοιχτά εκφρασμένες υποψίες του ότι πήγαινε για το εφάπαξ του, και οι διαρκείς υπολογισμοί του σχετικά με τις περικοπές της σύνταξής του, τον κατέστησαν ουσιαστικά σεξουαλικά ανενεργό. Χώρια που την θεωρούσε μεγαλύτερη ψεύτρα και απ’ αυτούς ακόμα τους Συριζαίους.
Στον ολόσωμο καθρέφτη της κοιτάζει με την γυναικεία φιλαρέσκεια το σώμα της. Θυμάται τον Πρώτο της. Ηλίθια! Άμα ψήφιζες Κ.Κ.Ε. τότε, ίσως να ήταν μαζί του τώρα.
Το παιδί της μεταφορικής εταιρείας είναι ο μοναδικός που την είδε με τα εσώρουχα της Βικτώρια Σίκρετ. Δεκαπέντε χρόνια μικρότερός της βέβαια, αλλά ποιος ξέρει;

 Αυτή τη φορά μάλλον θα ψηφίσει Κούλη. Γιατί οι Κούληδες έχουν πέραση τώρα. Ίσως γιατί η Λήθη βολεύει όταν η Μνήμη μας πονάει.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ

Έχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί
το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δεν φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
ανάμεσα σ' εμένα
και στο σώμα σου.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κρύο πιάτο

Ό,τι περίσσεψε μετά τις γιορτές. Κρύο πιάτο. Πιο κρύο κι΄απ΄τον Κούλη.
Λίγο πιο ζεστό απ΄τα σπασμένα υδρόμετρα της παγωνιάς.
Πιο ζεστός ο Μεϊμαράκης. Πού τον θυμήθηκα τώρα.

Το απωθημένο των συμβόλων

Στην αναστροφή του αντίχειρα
τόπος λοιμώξεων του μειδιάματος
πεδίο αλλοτρίωσης του πάθους
σκηνικό προβολής του απωθημένου

Στην άκρη του σκυλόδοντα
λευκές και μαύρες τρίχες
προσφέρουν άσυλο στην αδυναμία
ανδρισμό στην τερηδόνα

Στην σκιά της μύτης της γαμψής
πάνω απ΄την ίσαλο γραμμή της οδοντοστοιχίας
της συντήρησης τα έρμα
του σεξισμού οι φαντασιώσεις

Στην παρέλαση της δεξιάς
πρώτα η πεθερά
μετά του χασαποταβέρνα η κοιλιά
κι ύστερα το μουστάκι του Μεϊμαράκη.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ιστορίες κτηματολογίου

Δυο μέτρα άντρας ο παππούς, ένα μέτρο πάχος οι τοίχοι.
Πώς κουβάλησε τόσες πέτρες;
Μια σπιθαμή γυναίκα η γιαγιά. Δώδεκα παιδιά γέννησε.
Πώς τον κουμαντάριζε;
Το κελάρι για τη μυτζήθρα έγινε λουτροκαμπινές. Το μέρος που στοιβάζανε το βαμβάκι σαλοτραπεζαρία.
  Σου λέω, το μέρος έχει πολλά βάρη.
Τα βάρη της μαλακίας  του παππού, που αράδιαζε αβέρτα παιδιά για να γίνουμε πολλοί, να πάρουμε την Πόλη.
Το βάρος της σκάφης της γιαγιάς.
Και τ’ ασήκωτα βάρη των δανείων προς την Τράπεζα. Γιατί η θεια σου η μικρή ήθελε μπανιέρα. Κι’ όταν παντρεύτηκε άλλα βάρη για την προίκα της.
   Τίτλο και πιστοποιητικό μεταγραφής θέλει το κτηματολόγιο. Τριάντα τρεις κατιόντες υπολογίσαμε με τη συμβολαιογράφο. Δύο εξηκοστά έκτα το μερτικό σου. Υπολόγισέ τα σε χώμα, σε πέτρα, σε φόρο, σε δικαιώματα πληρωμής του κτηματολογίου ή σε φταίξιμο.
Γιατί φταίει κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου. Τίποτα για την οικογένειά του. Αυτός τη δουλειά αυτός  και τα βάρη.
Φταίω κι’ εγώ, που δεν τους μούντζωσα, να σας πάρω όταν ήσασταν μικρά και να φύγω.
Φταις κι’ εσύ. Ούτε δεξιός, ούτε πασοκτσής, να μπεις σ’ αυτές τις μελετητικές  εταιρίες που φτιάχνουν το κτηματολόγιο. Τζάμπα το πολυτεχνείο. Και τώρα με την Αριστερά πάλι στην απ’ έξω. Τι σόι αριστερός είσαι, δεν καταλαβαίνω.
   Το ρεύμα κι’ εκείνη τη δόση για το δάνειο του αυτοκινήτου σου. Άλλα δεν πληρώνω.

Κι’ άμα πεθάνω ας έρθει η Τράπεζα να πάρει τις πέτρες κι’ η θεια σου τη μπανιέρα.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Η ασφάλιση της αλκυόνης

Τέντωσε διαδοχικά, πρώτα το αριστερό μετά το δεξί της φτερό, η γριά αλκυόνη.
Η ζεστασιά του ήλιου, η θελκτικότητα της θάλασσας, η λαμπρότητα του φωτός κάθε άλλο παρά θετικό πρόκριμα αισιοδοξίας γι’ αυτήν.
Ένοιωθε τόσο κουρασμένη.
Ξανά δεν πρόκειται να του κάτσω. Δεν θα διασώσω εγώ το είδος των άστεγων, των ταλαίπωρων, των εξαρτημένων από τις διαθέσεις τρίτων, των οιωνοί οφειλετών.
Αφέθηκε στην αγκαλιά του ανέμου, όπως μια κόρη αφήνεται στα χάδια του εραστή της και όχι του πατέρα της, θωρώντας τα κύματα σαν τον αφρό της ζωής, ανασαίνοντας το σήμερα όπως ο δύτης πριν την κατάδυση, αδιαφορώντας για το αύριο όπως το περιθώριο αδιαφορεί για την ασφάλιση.
Εξ’ άλλου πόσα χρόνια ζει η αλκυόνη;

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα - και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους την ερημιά του μάστορα.
                                                                        Γιώργος Μαρκόπουλος

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Τα περάσματα της μοναξιάς

Χρόνια πολλά είπε στο ηλικιωμένο ζευγάρι του καφενείου.
Η τεράστια όρθια ξυλόσομπα δάκρυσε.
Το θαμπό χαμόγελο της κοπέλας της φωτογραφίας, του θύμησε.
Η μοναξιά του γλυκόπικρη, όπως κι' ο καφές του.
Ξημέρωμα. Ανήμερα Χριστουγέννων.
Μια στάση στον έρημο δρόμο της φυγής του.
Καλή δύναμη.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Μετά τις διακοπές

                                             Μέσα απ' τον προθάλαμο της λήθης
                                             καλά φυλαγμένο απ' τους τυμβωρύχους
                                             έβγαλε το γλυκό του κουταλιού
                                             και μας κέρασε
                                             το πρωινό της χαμόγελο.
                                             Υπόσχεση, ελπίδα κι' απειλή συνάμα
                                             Τίποτα δεν αλλάζει. 

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Περιβαλοντικά δρώμενα

Λίγο σιτεμένη βέβαια, αλλά γυναικάρα.
Ένας λάγνος ανοιξιάτικος ήλιος χάιδευε την ξέχειλη σεξουαλικότητά της, στο παγκάκι του δημοτικού πάρκου.
Η διακριτικότητά του κατάρρευσε όταν την είδε να σκύβει εμπρός και να χαράζει την υγρή γη μ’ ένα ξυλάκι.
Ένα ευμεγέθη κυκλικό σκουλαρίκι κρεμασμένο με αλυσιδίτσα στο τρυφερό λοβό της, ταλαντώνονταν σε χρόνο αμφισβητούμενης εμμηνόπαυσης, μεταξύ του άνω σαρκώδους χείλους της και μιας μπούκλας που ξέφυγε από την πλούσια πλεξούδα των μαλλιών της.
Με παρόμοια συχνότητα πάλλονταν και το στήθος της, με αυθάδεια είναι αλήθεια, προδομένο απ’ το ανοιχτόκαρδο μπλουζάκι της.
Διαισθανόμενη την πολιορκία του βλέμματός του, γύρισε το πρόσωπό της σ’ ένα ανφάς χαμόγελο, παραμένοντας σκυφτή.
-Επιτέλους ήλιος της είπε. Ξέρετε έρχομαι εδώ και προσέχω ό,τι δεντροφυτεύσαμε, συνέχισε προσπαθώντας να απενοχοποιήσει την παρουσία του στο διπλανό παγκάκι.
   Πολλαπλά ερωτήματα του λιγόστευαν τον έτσι κι’ αλλιώς λιγοστό ύπνο του συνταξιούχου. Μήπως ήταν κι η ίδια απ’ αυτούς που κλέβουν τα νεοφυτεμένα δενδρύλια και την έβριζε;
Κυρίαρχα όμως άλλα ερωτήματα τον βασάνιζαν. Και μόνη να ήταν, που το απέκλειε, κάποια ιστορία θα έκρυβε αυτή η γυναικάρα. Το προφανές του έριχνε την αυτοπεποίθηση: υπάρχουν πολλές γυναίκες σαν κι αυτήν που είναι μόνες.
Απ’ τα ξημερώματα της επομένης άρχισε να φέρνει βόλτες το πάρκο.
-Έχουμε καμιά δενδροφύτευση; τον πρόλαβε πριν το βάλει στα πόδια με το που την είδε.
   Κάτι σαν προξενιό μου κάνει η δενδροφύτευση του εξηγούσε αργότερα.
Τα φυλλοβόλα τα προτιμούσε έναντι των αειθαλών, γιατί έχουν πιο έντονο το στοιχείο της αναγέννησης. Ακόμα ότι της αρέσουν τα μοναχικά δένδρα γιατί χαρακτηρίζουν το περιβάλλον. Αυτά και πολλά άλλα του είπε με μιαν οικειότητα χρόνιας γνωριμίας.
   Στη σκιά μιας τεράστιας μοναχικής βελανιδιάς της εξηγεί με τη σειρά του, ότι ο έρωτας είναι αυτοφυής κι απρόβλεπτος, σαν πιστωτικό γεγονός. Και η αγάπη αειφόρος σαν την ανάπτυξη και δεν έχουν ανάγκη καμιά χρηματοπιστωτική ρευστότητα.

                                                                    Εν πτωχεύσει                                                    

Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα
Νεότερη κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες
Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις μάζευα
που μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά
Ευπορούσα.
Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο
Ίσα-ίσα τα προς το ζειν:
Επιβαίνω του άνεργου χρόνου μου
κι εκτελώ μικρά δρομολόγια
για λίγη αναδρομή
στα εύκρατα της νεότητάς μου
επαγγέλματα…
                                                                                                        Κική Δημουλά