Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Πτωχός ή Πένης

   Όταν κρύβεσαι από τον διαχειριστή γιατί δεν έχεις να πληρώσεις τα κοινόχρηστα, όταν αγοράζεις 2 ευρώ χρόνο ομολίας γιατί σου έκοψαν το σταθερό, όταν με τη γραβάτα και το κοστούμι ψάχνεις για δουλειά πλασιέ, όταν δίνεις σημασία στις αγγελίες τύπου "βγάλε 5000 το μήνα", όταν εξαιρέθηκες και από το τελευταίο από τα 36 επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας που είχες πρόσβαση, όταν θωρείς και τις 36 ανενεργές κάρτες του παρελθόντος, όταν συγκρίνεις σε πόσα μπουκάλια ουΐσκυ σκυλάδικου αντιστοιχεί το μηνιάτικο κάθε λαμόγιου, όταν βαζεις 5€ βενζίνη στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου που χρωστάς, όταν σου λείπει το πολυμίξερ, ο φούρνος μικροκυμάτων, η δορυφορική λήψη, το έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικο, τότε είσαι ΠΤΩΧΟΣ.
   Αυτή τη φτώχεια δε τη μπορώ παιδιά. Δε μπορώ τη φτώχεια της υποταγής, της κακομοιριάς, της ζητιανιάς, της κοινωνικής πρόνοιας, των στατιστικών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, του εντάξει περίμενε, του κάνε υπομονή.
Δε μπορώ τα θλιμένα βλέματα, τους σκυφτούς ώμους, τις κραυγαλέες πατερίτσες. Θέλω να κοιτάζω το αδιέξοδο κατάματα, την αρρώστεια χωρίς ασπιρίνη, το τείχος σε όλες του τις χωρικές διαστάσεις. Κι αν έιναι να πνιγώ να χαθώ στον ωκεανό και όχι στη λακούβα της γειτονιάς μου.
   Δε μπορεί να αναπτύξει λογική ρήξης ο ελεηθής, αυτός που αποδέχτηκε το μόνο του κεκτημένο,  τη φτώχεια του. Αυτή η φτώχεια πρώτα εκδηλώνεται στη ψυχή, στο μυαλό, στο συναίσθημα και μετά στη τσέπη. Ο παππούς που περιμένει στημένος με το πι έξω από το κατάστημα της Εθνικής για να πάρει την πενιχρή του σύνταξη, η γιαγιά που σέρνει το καρότσι γύρω από τα πανέρια των λαϊκών, η νεαρή μαμά με το δικτυωτό καλτσόν και το ανοιχτό μπούστο, ο νεαρός του ίντερνετ καφέ και του Μιραλάς (Μοιραλάς - Ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού με συμβολικό επίθετο), ο ξερόλας ψευτόμαγκας των καφενείων, συνθέτουν τον καμβά των πτωχών της Ελληνικής κοινωνίας. Το σύστημα θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να τους κρατήσει στα χωρικά ύδατα του γκρίζου. Γιατί χωρίς το γκρίζο το σύστημα δεν αντέχει.
      Θέλω ένα μονόχωρο στο βράχο. Ένα πέτρινο σπιτάκι τόσο μικρό όσο και η ψήφος μου, τόσο σκληρό όσο και η πέτρα, τόσο λιτό όσο και η αλήθεια, τόσο λειτουργικό όσο και η βλακεία μου. Η ενεργειακή του αυτονομία δεδομένη. Είναι τέτοια η οργή μου που μπορεί να το φωτίσει, να το θερμάνει και πάλι περισσεύει. Η κάτοψή του σε σχήμα ανοιχτής παλάμης για να μουτζώνει τον εαυτό μου. Η βορεινή του πλευρά να στέλνει μούτζες σε κάθε Ελληναρά θρησκόληπτο πατριδοκάπηλο, η μεσημρινή του πλευρά πάλι σε σχήμα ανοιχτής παλάμης να στέλνει μούτζες σε όλους τους αυτόκλητους προστάτες των εργασιακών δικαιωμάτων, της άγριας φύσης, της χλωρίδας, της πανίδας, της αειφόρου εκμετάλευσης. Στη μεριά της ανατολής να μουτζώνει την αβλαβή διέλευση, την άγρυπνο φύλαξη, την κάθε FRONTEX των ονείρων μας. Για τη δύση θέλω να διαμορφώσω μια όψη με υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο, να προκαλεί τις αγορές, τους τοκογλύφους, τα ομόλογα, τους κάθε μορφής και μεγέθους νταβατζήδες.
  Κουφάλες ένας πένητας είμαι, ένας βρεγμένος που τη βροχή δε τη φοβάται. Ο ιδρώτας μου για τον έρωτά μου, ο κόπος μου για τη λευτεριά μου, ο πόνος μου για τα λάθη μου, η χαρά μου για τα πάθη μου.
   Εγώ ειμί ο Βασιλεύς ΚΑΙ ΠΕΝΗΣ!

   *Ορισμοί: Πτωχός είναι ο "πτώσων" (=ζαρώνων), από το πτήσω=συστέλλομαι, εκ φόβου ζαρώνω.
                    Πένης σημαίνει τον εκ πόνου (κόπου) και ενεργείας το ζειν έχοντα.
"Πένητος ανδρός ουδέν ευτυχέστερον την  επί το χείρον μεταβολήν ού προσδοκά"
Αριστοφάνης.
Δηλαδή, λαμόγια έπιασα πάτο, αλλά δε μασάω.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Διακήρυξη καταισχύνης

    Ούτε τα συνδικάτα, ούτε οι συνδικαλιστές, ούτε η απεργία είναι δική μου. Δεν τους ψήφισα, ούτε με ψήφισαν. Δεν τους χαρίζω ούτε την ανάγκη μου, ούτε το ασήμαντο απειροστό της συμμετοχής μου. Απεργώ γιατί ντρέπομαι να είμαι απεργοσπάστης.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ο αφανισμός της σατέν πυτζάμας


Από αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ.Π. Καβάφη
« Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.».
Από το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη ΠΡΕΒΕΖΑ
«Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.»

-Γεωργός και χωροφύλακας μη γίνεις παιδάκι μου.
Ούτε από Καβάφη, μήτε Καρυωτάκη χαμπάριαζε η μάνα μου. Κάτοχος master όμως στη δια βίου μάθηση με ειδίκευση στον επαγγελματικό προσανατολισμό και μάλιστα αυτοδίδακτη.
Γεωργό δεν με ήθελε για να μη κάνω κακό στον εαυτό μου. Χωροφύλακα πάλι όχι, για να μη κάνω κακό στους άλλους. Στην ιδιωτική πρωτοβουλία δεν πίστευε. Πόση πρωτοβουλία μπορεί να αναπτύξει ερωτευμένη σύζυγος εκδοροσφαγέα και αδελφή μαρξιστή υπεργολάβου;
Το Δημόσιο πολύ μακρινό για μας από συστάσεως Ελληνικού Δημοσίου. Καμιά σχέση με το κράτος της Δεξιάς, μετωπικά αντίθετοι με τους πρασινοσοσιαλιστές του εκσυγχρονισμού. Απόλυτα αιτιολογημένη λοιπόν η αντίστροφη κλίμακα μέτρησης. Η μάνα μου δε με θεωρούσε ικανό για το σπουδαίο. Όλα μετράνε σύμφωνα με το πόσο κακό είμαι ικανός να κάνω, είτε στον εαυτό μου, είτε στους άλλους. Εξ’ άλλου ζούμε και συμμετέχουμε στην άνοδο των ασήμαντων.
Ένας ασήμαντος υπαλληλάκος λοιπόν, ένας κλητήρας διορισμένος μέσω ΑΣΕΠ, με εξετάσεις βεβαίως, και μάλιστα γραπτές, στην πρακτική αριθμητική και την πατριδογνωσία. Το μικρότερο κακό. Ολιγαρκής, αυτάρκης, σε επίπεδα περάσματα.
Πώς αλλάξανε οι καιροί μητέρα. Ο γιος σου είναι απ’ αυτούς που διόγκωσαν υπέρμετρα το δημόσιο τομέα και δεν πάει καλά η οικονομία μας. Ο γιος σου της σατέν πυτζάμας, του γωνιακού καναπέ, του αυθαίρετου εξοχικού. Ο γιος σου του καφέ κυλικείου, της πλάσμα τηλεόρασης, του γιαπωνέζικου Ι.Χ. Ο γιος σου το άνθος του κακού και συ η ρίζα του. Αυτή η σύνταξη που δεν πρόλαβες να πάρεις, αυτό το επίδομα τρίτου παιδιού, του εγγονού σου, έβαλε το κράτος μέσα. Αυτό το αγροτικό χρέος που πλήρωσες τρεις φορές και δεν έζησες να το πληρώσεις άλλες τρεις, δημιούργησε την χρηματοπιστωτική κρίση.
Φταίει κι ο Καβάφης που δεν έγινε προμηθευτής του Δημοσίου, κι ο Καρυωτάκης που δεν έγινε Τραπεζίτης.
Φταίω κι εγώ που δε πήρα το χασαπομάχαιρο του πατέρα, να το κάνω γιαταγάνι υψωμένο να λιανίσει, χαμογελαστές γραβάτες εξουσίας, αστραφτερές οδοντοστοιχίες έκφυλης τηλεοπτικής αναγνωρισιμότητας, σηλικονούχα στήθη δημοσίων βιζιτούδων, σηκωμένα φρύδια τηλεοπτικών αναλυτών, υψωμένους δείκτες όψιμων μακεδονομάχων πατριδοκάπηλων, στρογγυλά οπίσθια φτηνά ξεπουλημένων οσφυοκαμπτών, κατεβασμένα προγούλια και σάπιες κοιλιές πολιτικών και θρησκευτικών ταγών, πεπμτοφαλαγγίτες συνδικαλιστές προδομένων αγώνων, ηλίθια μυαλά πολιτικών νεοτεριστών, ό,τι με προσβάλλει ό,τι με ταπεινώνει.
Μα πρώτα απ’ όλα να σκοτώσω το φόβο μου, το μίζερο εαυτό μου, το ανάπηρο ΕΓΩ μου. Vive pericolo samente μάνα. Θα ζήσω επικινδύνως μάνα, ποντάροντας, μιζάροντας, παρανομώντας.
Στο δίλημμα ή πιο λίγοι ή πιο φτωχοί, σηκώνω το γάντι. Πιο πολλοί και λεύτεροι. Hasta la victoria siempre. Αγώνας μέχρι τη νίκη.

Bill Kúderιs
Επαναστατημένος Δημοσιοϋπαλληλάκος









































Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Αρτζεντινάτσο και Αργεντινάτο

Αρτζεντινάτσο* και Αργεντινάτο.

* Παλλαϊκή εξέγερση των Αργεντίνων στα τέλη 2001 – αρχές 2002. Σε διάστημα δύο εβδομάδων ανατράπηκαν πέντε πρόεδροι που εξέφραζαν την οικονομική πολιτική του Δ.Ν.Τ.

            Λίγο τα φέσια, λίγο ο ποδόγυρος, ακόμα πιο πολύ η κρίση, το μαγαζί το έβαλε λουκέτο. Χωρίς καλά – καλά να το συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος, σχόλασαν οι παρέες, κόπηκαν τα πονηρά τηλέφωνα, χάθηκε από την πιάτσα.
 Βοηθούσε αγώγγιστα τη γυναίκα του στο baby-sitting που ανέλαβε για να τα βγάζουν πέρα οικονομικά.
 Ο ορισμός της πραγματικής αγάπης, από εξαιρετικά πολύπλοκος γι αυτόν, γινόταν εξαιρετικά απλός. Πρώτα για τη γυναίκα του και μετά για τον ίδιο.
Ναι, τον αγαπούσε τον άντρα της. Όχι γιατί ήταν ωραίος, όχι γιατί ήταν πετυχημένος, ούτε αποτελούσε πια γι αυτήν το αντικείμενο του πόθου. Τον αγαπούσε με ανιδιοτέλεια, με θυσία με διάθεση προσφοράς.
 Κι αυτός; Πόσες πίκρες, πόσα βάσανα; Πόσο μεγάλη συγχώρεση να της ζητήσει;
 Θα το περάσουμε κι αυτό του είπε, καθώς με το ένα χέρι του χάιδευε τα μαλλιά και με το άλλο κρατούσε το σημείωμα της εφορίας.
            Ίσα που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους το πρωί. Δεν είχε τη δύναμη να αντικρίσει το γέροντα πατέρα του.
 Είναι καταστάσεις που δεν αναλύονται, πραγματικότητες που δεν περιγράφονται, συναισθήματα που καίνε βαθιά μες την καρδιά μας. Οι αετοί δεν πεθαίνουν όπως και η περηφάνια. Κάπου ψηλά πλανιέται στον αέρα και όταν δεν γίνεται αλλιώς ορμά και τσακίζεται στα βράχια. Κρυφά την έδινε τη σύνταξη στη νύφη του και ήταν το μόνο σημείο επαφής του γέροντα με την πραγματικότητα. Για να αναληφθεί και πάλι στη μοναξιά των αιθέρων του. Γιατί την ταπείνωση, την αποδοχή της μοίρας, το συμβιβασμό δεν τον άντεχε ούτε για τον ίδιο ούτε για τον γιο του.
            Πόσα SMS μπορεί να μεταδώσει ένα βλέμμα; Έχει η περηφάνια DNA; Έχει ο συμβιβασμός κληρονομικότητα; Πώς να ομολογήσει στον πατέρα του ότι παραδόθηκε, ότι αποδέχθηκε τη μοίρα του;
            Δεν πέρασε από τις πληροφορίες, δεν αναζήτησε τον αποστολέα του εγγράφου. Γιατί ποια είχε διανύσει την απόσταση, είχε διαβεί τον ρουβίκωνα. ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ.
Διευθυντής Δ.Ο.Υ. έγραφε στην πόρτα. Μιλούσε στο τηλέφωνο. Ίσως να μιλούσε το τυπικό δημοσιοϋπαλληλικό ταγιεράκι, το φιξαρισμένο μαλλί. Κοιτάζοντάς τον με ένα αδιάφορα επιτιμητικό βλέμμα, γιατί μπήκε στο γραφείο της χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, εξακολουθούσε να μιλάει.
«Ο δάσκαλός μου στο τάνγκο είναι πολύ καλός, αλλά κουράζομαι καλή μου».
 Άρπαξε το χέρι της μαζί με το ακουστικό του τηλεφώνου. Ένα κλικ έντασης, ένα κλικ πάθους, ένα κλικ σεξουαλικής επιθετικότητας.
    Είδε το σώμα του μαζί με το χρώμα της φωνής του, άκουσε τον ήχο της αρρενωπότητάς του, ένοιωθε ξανά Γυναίκα, σε κάθε περίπτυξη σε κάθε επαφή, σε ρυθμούς τάνγκο.
    Ξέσπασε την οργή του μέσα απ’ την πιο άγρια σεξουαλική επιθετικότητα. Όλα του τα κύτταρα υπέβαλαν αμέτρητες αιτήσεις, απολαμβάνοντας ισάριθμες αποδοχές. Είδε την απόγνωση στο κορμί της, ένοιωσε την απόλαυση στο βλέμμα της. Στιγμιαίος εξουσιαστής και ταυτόχρονα εξουσιαζόμενος σε μια συνομιλία βλεμμάτων, συναισθημάτων και σωμάτων. Ασελγούσε στην εξουσία της, χάιδευε την υποταγή της με μια απαράμιλλη ισορροπία αντάξια των πιο σπουδαίων tangueros.
            Η απομόνωση, η απόγνωση, η παρανομία εντείνουν τη δύναμη του συναισθήματος. Το συναίσθημα οδηγεί στο πάθος. Το πάθος νικάει το φόβο. Άμα ξεπεράσεις το φόβο είσαι δυνατός.
 Αγνόησε τις τράπεζες, τις συναλλαγματικές, τον Τειρεσία. Ορκισμένος εχθρός του Δ.Ν.Τ., φανατικός οπαδός του Μαραντόνα. Πού και πού επισκέπτεται την Εφορία για Περαίωση. Στο μισοσκόταδο πάνω στους φακέλους των φορολογουμένων, περαιώνει με την πλέον αρμόδια των περαιώσεων, σε ρυθμούς τάνγκο.
Γιατί
Σκηνές τάνγκο είναι η ζωή. Στιγμές εξέγερσης η ιστορία. Σημείο αναφοράς, ο έρωτας, στο άπειρο του χώρου, στο πέρασμα του χρόνου.


Bill Kůderιs


Κάθε ζωή διαμορφώνεται από μια μοναδική στιγμή,
τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί, μια για πάντα, ποιος είναι.
Χόρχε Λουίς Μπόρχε (1899 – 1986, Αργεντίνος συγγραφέας)

Αφιερωμένο στους υπερχρεωμένους δανειολήπτες που φοβούνται τη χρεωκοπία του κράτους.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Καλοκαίρι νυν και αεί

      

Καλοκαίρι νυν και αεί


  Κολλημένη πίσω από τη θέση του οδηγού ίσα για να καλύπτει το πάνω μέρος της καμπίνας του Τράκτορα. Του χαμογελούσε και προκλητικότατα τον καλούσε στη θάλασσα. Κλεφτές ματιές στο πόστερ της νταλίκας. Δεν ήξερε τι του προκαλούσε τόση μεγάλη ένταση. Η κοπέλα του πόστερ, η παραλία πίσω της ή μήπως καρφωθεί που τα χαζεύει.
   «Τι χαζεύεις ρε;»η φωνή του θείου του ακούστηκε από το πουθενά. «Να μπείτε με τον άλλο να τη κάνετε λαμπίκο την καμπίνα!»
    Σ ΄ ένα κοινοτικό κάμπινγκ της Χαλκιδικής με τον τράκτορα του θείου. Στο πάνω κρεβάτι της καμπίνας αυτός και στο κάτω ο ξάδελφος. Κατάκοπος. Να βοηθήσει να στήσουν τη σκηνή. Να κουβαλήσει το φορητό ψυγιάκι, την ψησταριά, τα μαξιλάρια, τις αμέτρητες τσάντες με τα ρούχα, μια κλούβα με ντομάτες μια άλλη με πιπεριές, μια τρίτη με ροδάκινα, πέντε καρπούζια άλλα τόσα πεπόνια, προσφυγιά ολόκληρη. Παραλίγο να σπάσει τη νταμιτζάνα με το τσίπουρο, όταν του έπεσε το πακέτο τα τσιγάρα και του έβαλε τις φωνές η μάνα του.
 Καπνίζεις ε! Το ‘δα εγώ το Μάλπορο. Γαϊδούρι!
   Η κοπέλα δραπέτευσε από το πόστερ και ήρθε στον ύπνο του. Τα γυμνά της στήθη που ευρηματικά κάλυπτε στη φωτογραφία, με τις παλάμες της, ήταν δικά του. Τα γυμνά της μπράτσα ικετευτικά να τον καλούν στην πιο γλυκιά αγκαλιά. Μα πάνω απ΄ όλα το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο υποδοχής, αποδοχής, υποταγής. Ένα χαμόγελο θεϊκής ένωσης του αρσενικού με το θηλυκό. Μόνα Λίζα ήταν η κοπέλα και αυτός ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Μια Μόνα Λίζα δικιά του, ολοκληρωτικά δικιά του, και αυτή και ο καρπός της κοιλίας της.
    Λεό-Λεό τον έβγαλε από την αγκαλιά της Μόνα Λίζα η φωνή έξω από την καμπίνα. Ο Λεό είχε αρπάξει το σπορτέξ του και το πήγαινε με σπουδή στο απέναντι τροχόσπιτο.
    «Ας’ το να ψοφήσει από τη μπόχα!» πρόλαβε ο ξάδελφος αναφερόμενος στο μικρό σκυλάκι το Λεό. «Δεν μας φτάνανε τα κουνούπια έχουμε και τη μπόχα απ’ τα βρωμοπάπουτσά σου. Καλά που τα πέταξα έξω.»
   Δεν τον άκουγε όμως τον ξάδελφο. Το μόνο που άκουσε ήταν το «Im sorry» της μικρής Ολλανδέζας. Ίσως δεν ήταν η ακοή. Η μόνη αίσθηση που του απόμενε ήταν η όραση. Την είδε τη συγνώμη, μέσα απ’ τη θάλασσα των ματιών της, μέσα στηο χρυσάφι των ξανθιών της μαλλιών, μέσα απ’ τη θαλάσσια αύρα του κορμιού της.
    Γαντζωμένος σε μια τεράστια σαμπρέλα από ρόδα νταλίκας κοίταζε, μόνο κοίταζε. Μια οπτασία ήτανε πάνω στη σωσίβια σαμπρέλα. Μια γοργόνα που νοιαζότανε μόνο γι’ αυτόν. Μια γλυκιά οδαλίσκη των κυμάτων και του χαδιού του βλέμματός του. Μια ξανθιά Παναγιά του ηλιοβασιλέματος και των Φεγγαριών του Αυγούστου.
    « Έλιωσες κακομοίρη!» Τον πείραξε ο θείος. «Και εμείς καρδιά έχουμε. Δεν κάνουμε έτσι. Κι’ αυτοί σε δυο μέρες φεύγουνε. Εγώ που λες πήρα μια από το Άμστερνταμ με ωτοστόπ. Φορτωμένος τοματοπολτό, πήγαμε Δαμασκό. Που να στα λέω! Και του έκλεισε πονηρά το μάτι.» Χελιδονάκι του βορρά.
   «Ας τον παιδί μου. Αυτός νομίζει ότι οι Ολλανδοί είναι ξανθοί γιατί τρώνε πολλά κοτόπουλα.» Κάγχασε η θεία Σιμέλα. «Πού ξέρει αυτός από έρωτα;»
     Έβαλε στόχο να μάθει καλά αγγλικά για να επικοινωνεί άνετα μαζί της στο facebook. Και Ολλανδικά για χατίρι της θα μάθει. Και γεωγραφία για να μη μπερδεύει το Άμστερνταμ με το Αμβούργο. Έμαθε και έναν Ολλανδό ζωγράφο, τον Ρεμπράν, γιατί ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ήταν Ιταλός ζωγράφος και όχι ο Λεό το σκυλάκι της αγαπημένης του. Μα πάνω απ’ όλα όταν μεγαλώσει θα αγοράσει μια νταλίκα, ένα Volvo FΗ16. Όχι για να κολλήσει ένα πόστερ στο φινιστρίνι της καμπίνας, αλλά για να αιχμαλωτίσει τα καλοκαίρια πάνω σε μια σωσίβια σαμπρέλα. Γιατί θεία Σιμέλα έχεις άδικο. Η ζωή δεν είναι TIR νταλίκα, Άμστερνταμ-Δαμασκός κι’ ανάποδα. Ούτε χειμώνας καλοκαίρι και πάλι απ’την αρχή. Ένας έρωτας είναι η ζωή, μια σωσίβια σαμπρέλα στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μια ματωμένη καρδιά στο χώρο και στο χρόνο.
  
    
          Bill Kúderιs


Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Τρέχει τίποτα;




Μην ανησυχείτε αδέλφια! Δεν είμαι υποψήφιος. Ούτε στις κλαδικές, ούτε στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Δεν αντέχω να χάσω για μια ακόμα φορά. Ένα ακόμα δικαίωμα μου απέμεινε. Το δικαίωμα του εκλέγειν. Και να εκλέγω βαρετό κατάντησε.
Ένα απειροστό η ψήφος μου, στην παντοδυναμία του συστήματος. Βγάλτε μας στην παρανομία για να μας λυτρώσετε από τα υπαρξιακά μας προβλήματα.
Με την γυναίκα μου, υποψήφια κάπου, το ξεκαθάρισα. Δεν είμαι προβοκάτορας.
Της αφιερώνω το παρακάτω ποιηματάκι του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε.


" ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, ΘΕ ΜΟΥ, ΑΝ ΠΕΘΑΝΩ... "

Τι θ' απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω ;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου ( αν σπάσω ; )
Εγώ ειμαι το ποτό σου ( αν πικράνω ; )
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.

Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ' το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.

Το πανωφόρι σου πια θα σ' αφήσει.
Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει -
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.

Τι θ' απογίνεις, Θε μου ; Αγωνιώ.

Bill Kuderιs
Δημοκράτης ψηφοφόρος

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Από τους δρόμους του κλαρίνου στην αγκαλιά της Γκόλφως

            Μια μινιατούρα φουστανελά  ήτανε. Το νεαρότερο μέλος του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού του. Κάπου λάθεψε το βήμα στο χορό και του πατήσανε τη φούντα του τσαρουχιού του. Πόνεσε πολύ. Πιο πολύ όμως του στοίχησαν τα βλέμματα συμπάθειας των επισήμων καθώς η ξεκολλημένη φούντα παρέμενε στο πλακόστρωτο, μαρτυρική απόδειξη του λάθους του, σ’ ένα κύκλο χορού, σ’ ένα κύκλο μαρτυρίου.
 Λένε πως το κλαρίνο εκφράζει τη λεβεντιά της ψυχής μας. Η ψυχή μας δε μπορεί να βγάλει λεβεντιά. Μόνο κλάψα μπορεί να βγάλει και συμβιβασμό. Όπως τα χορευτικά των πολιτιστικών συλλόγων, είναι για να επιδεικνύονται οι επίσημοι. Όπως και οι κυκλικοί χοροί που είναι για τον πρώτο. Άμα είσαι τελευταίος μπορεί να σου πατήσουν τη φούντα του τσαρουχιού σου και από σύμβολο ανεξαρτησίας να γίνει σύμβολο χωριατιάς και υποκουλτούρας.
Το ταμπούρλο μας ταιριάζει αδέλφια. Ίσια στην καρδιά. Μια Πασιονάρια είναι η καρδιά που αντιστέκεται. Μια Κάρμεν που ερωτεύεται. Ένας Κούρδος που αυτοπυρπολείται.
            Η φυγή έχει το χρώμα του Σεπτέμβρη. Το κίτρινο είναι το χρώμα του Σεπτέμβρη, όπως το χρώμα του θυμού. Με τον εαυτό μου είμαι θυμωμένος αδέλφια. Που μάζεψα τη φούντα και δεν πέταξα το τσαρούχι στη μούρη των επισήμων.
Έρχεται όμως κι ο Οχτώβρης. Η σειρά του κόκκινου. Κόκκινο είναι το χρώμα της καρδιάς. Κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους. Κόκκινο είναι το χρώμα του λάθους. Κόκκινο είναι το χρώμα της αντίστασης.
            Ο Χίτλερ είπε πως οι μάζες είναι σαν τις πόρνες. Όσο περισσότερο τις πιέζεις τόσο περισσότερο ενδίδουν. Μόνο που εμείς δεν είμαστε μάζες. Μειοψηφούσες ματωμένες καρδιές είμαστε, που θα πάρουν την εκδίκησή τους όπως τα όνειρα.
Έτσι για να βρει το τσαρούχι το στόχο του.
BILL KÙDERIS

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Από τη Ρεγγίνα στην Κατερίνα

Ο έρωτας της εξουσίας


Τακτοποίησε με νευρική κίνηση την άκρη της φούστας της, μιας και δεν προλάβαινε να κάνει τίποτε άλλο!

Με συγχωρείτε που διακόπτω, είπε με βλέμμα όλο νόημα η συνάδελφός της και άφησε ένα φάκελο στο γραφείο του προϊσταμένου.

Τόσα χρόνια μαζί στην Υπηρεσία έμαθαν η μια να διαβάζει τη σκέψη της άλλης. Αυτό την ενοχλούσε.

«Αφού ξέρει ότι έχουμε δουλειά, γιατί χώνεται;» Πες της να χτυπάει την πόρτα. «Σου το είπα τόσες φορές» ξέσπασε στον προϊστάμενο.

Το είχε φιλοσοφήσει. Σ΄αυτή τη μεταβίβαση εντολής αναλυόταν όλη της η υπηρεσιακή κατάσταση και κατ΄επέκταση ένα κομμάτι της ζωής της, το σημαντικότερο ίσως.

Ενώ είχε τη δυνατότητα να δίνει εντολές, να καταρτίζει λίστες προτεραιότητας, να εξουσιάζει , ποτέ δεν ήταν στο προσκήνιο. Πάντα στο παρασκήνιο. Γραμματεύς υπηρεσιακού συμβουλίου. Να τα κανονίζει όλα αυτή και να τα υπογράφουν οι άλλοι. Αυτή η διαρκής αντιδιαστολή πραγματικότητας και εικόνας, ήταν το σαράκι της καθημερινότητας που την έτρωγε.

Πόσος μόχθος, τι ψυχικές διεργασίες, πόσο συναισθηματικό κόστος να προσαρμόσει αυτό που είναι σ΄αυτό που φαίνεται και το αντίστροφο.

Πόσες φορές ένοιωσε την ανάγκη να τα τινάξει όλα στον αέρα, να φωνάξει. Ναι εγώ είμαι με βούλα και υπογραφή, εγώ είμαι και πάνω από την απόφαση και κάτω από την απόφαση.

Εγώ είμαι, η ίδια, η γυναίκα, η σύζυγος, η ερωμένη.







Η εξουσία του έρωτα

Το σηκωμένο δακτυλάκι δεν σήκωνε αμφισβητήσεις. Ναι αυτή ήταν η εξουσία. Δεν είχε σημασία το πεδίο εφαρμογής της.

Οι φυσιογνωμιστές την κατέταξαν στην κατηγορία των γυναικών εξουσιαστών. Γυναίκες με σχιστά χείλη, έχουν καπρίτσιο, θέληση, υπομονή. Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι αναλυτές, κατέληξαν στην φροϋδική άποψη. Γεννήθηκε και έγινε.

Το αγέρωχο ύφος, η σκληρότητα του βλέμματος επίκτητα. Τα λακκάκια στα μάγουλα, εκ γενετής. Ο συνδυασμός τους ικανός να αιχμαλωτίσει ερωτικά τον αγριότερο ορεσίβιο κτηνοτρόφο γιδοβοσκό έως τον σταλινικά άκαμπτο πεδινό βαμβακοκαλλιεργητή.

Γυναίκες με τέτοια χαρακτηριστικά, δεν γίνονται ποτέ πρώην.

Όπως οι αληθινοί έρωτες, έτσι και η εξουσία του έρωτα είναι παντοτινή.



Bill Kúderιs

Ο ανασχηματισμένος