Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Αρτζεντινάτσο και Αργεντινάτο

Αρτζεντινάτσο* και Αργεντινάτο.

* Παλλαϊκή εξέγερση των Αργεντίνων στα τέλη 2001 – αρχές 2002. Σε διάστημα δύο εβδομάδων ανατράπηκαν πέντε πρόεδροι που εξέφραζαν την οικονομική πολιτική του Δ.Ν.Τ.

            Λίγο τα φέσια, λίγο ο ποδόγυρος, ακόμα πιο πολύ η κρίση, το μαγαζί το έβαλε λουκέτο. Χωρίς καλά – καλά να το συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος, σχόλασαν οι παρέες, κόπηκαν τα πονηρά τηλέφωνα, χάθηκε από την πιάτσα.
 Βοηθούσε αγώγγιστα τη γυναίκα του στο baby-sitting που ανέλαβε για να τα βγάζουν πέρα οικονομικά.
 Ο ορισμός της πραγματικής αγάπης, από εξαιρετικά πολύπλοκος γι αυτόν, γινόταν εξαιρετικά απλός. Πρώτα για τη γυναίκα του και μετά για τον ίδιο.
Ναι, τον αγαπούσε τον άντρα της. Όχι γιατί ήταν ωραίος, όχι γιατί ήταν πετυχημένος, ούτε αποτελούσε πια γι αυτήν το αντικείμενο του πόθου. Τον αγαπούσε με ανιδιοτέλεια, με θυσία με διάθεση προσφοράς.
 Κι αυτός; Πόσες πίκρες, πόσα βάσανα; Πόσο μεγάλη συγχώρεση να της ζητήσει;
 Θα το περάσουμε κι αυτό του είπε, καθώς με το ένα χέρι του χάιδευε τα μαλλιά και με το άλλο κρατούσε το σημείωμα της εφορίας.
            Ίσα που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους το πρωί. Δεν είχε τη δύναμη να αντικρίσει το γέροντα πατέρα του.
 Είναι καταστάσεις που δεν αναλύονται, πραγματικότητες που δεν περιγράφονται, συναισθήματα που καίνε βαθιά μες την καρδιά μας. Οι αετοί δεν πεθαίνουν όπως και η περηφάνια. Κάπου ψηλά πλανιέται στον αέρα και όταν δεν γίνεται αλλιώς ορμά και τσακίζεται στα βράχια. Κρυφά την έδινε τη σύνταξη στη νύφη του και ήταν το μόνο σημείο επαφής του γέροντα με την πραγματικότητα. Για να αναληφθεί και πάλι στη μοναξιά των αιθέρων του. Γιατί την ταπείνωση, την αποδοχή της μοίρας, το συμβιβασμό δεν τον άντεχε ούτε για τον ίδιο ούτε για τον γιο του.
            Πόσα SMS μπορεί να μεταδώσει ένα βλέμμα; Έχει η περηφάνια DNA; Έχει ο συμβιβασμός κληρονομικότητα; Πώς να ομολογήσει στον πατέρα του ότι παραδόθηκε, ότι αποδέχθηκε τη μοίρα του;
            Δεν πέρασε από τις πληροφορίες, δεν αναζήτησε τον αποστολέα του εγγράφου. Γιατί ποια είχε διανύσει την απόσταση, είχε διαβεί τον ρουβίκωνα. ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ.
Διευθυντής Δ.Ο.Υ. έγραφε στην πόρτα. Μιλούσε στο τηλέφωνο. Ίσως να μιλούσε το τυπικό δημοσιοϋπαλληλικό ταγιεράκι, το φιξαρισμένο μαλλί. Κοιτάζοντάς τον με ένα αδιάφορα επιτιμητικό βλέμμα, γιατί μπήκε στο γραφείο της χωρίς να χτυπήσει την πόρτα, εξακολουθούσε να μιλάει.
«Ο δάσκαλός μου στο τάνγκο είναι πολύ καλός, αλλά κουράζομαι καλή μου».
 Άρπαξε το χέρι της μαζί με το ακουστικό του τηλεφώνου. Ένα κλικ έντασης, ένα κλικ πάθους, ένα κλικ σεξουαλικής επιθετικότητας.
    Είδε το σώμα του μαζί με το χρώμα της φωνής του, άκουσε τον ήχο της αρρενωπότητάς του, ένοιωθε ξανά Γυναίκα, σε κάθε περίπτυξη σε κάθε επαφή, σε ρυθμούς τάνγκο.
    Ξέσπασε την οργή του μέσα απ’ την πιο άγρια σεξουαλική επιθετικότητα. Όλα του τα κύτταρα υπέβαλαν αμέτρητες αιτήσεις, απολαμβάνοντας ισάριθμες αποδοχές. Είδε την απόγνωση στο κορμί της, ένοιωσε την απόλαυση στο βλέμμα της. Στιγμιαίος εξουσιαστής και ταυτόχρονα εξουσιαζόμενος σε μια συνομιλία βλεμμάτων, συναισθημάτων και σωμάτων. Ασελγούσε στην εξουσία της, χάιδευε την υποταγή της με μια απαράμιλλη ισορροπία αντάξια των πιο σπουδαίων tangueros.
            Η απομόνωση, η απόγνωση, η παρανομία εντείνουν τη δύναμη του συναισθήματος. Το συναίσθημα οδηγεί στο πάθος. Το πάθος νικάει το φόβο. Άμα ξεπεράσεις το φόβο είσαι δυνατός.
 Αγνόησε τις τράπεζες, τις συναλλαγματικές, τον Τειρεσία. Ορκισμένος εχθρός του Δ.Ν.Τ., φανατικός οπαδός του Μαραντόνα. Πού και πού επισκέπτεται την Εφορία για Περαίωση. Στο μισοσκόταδο πάνω στους φακέλους των φορολογουμένων, περαιώνει με την πλέον αρμόδια των περαιώσεων, σε ρυθμούς τάνγκο.
Γιατί
Σκηνές τάνγκο είναι η ζωή. Στιγμές εξέγερσης η ιστορία. Σημείο αναφοράς, ο έρωτας, στο άπειρο του χώρου, στο πέρασμα του χρόνου.


Bill Kůderιs


Κάθε ζωή διαμορφώνεται από μια μοναδική στιγμή,
τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί, μια για πάντα, ποιος είναι.
Χόρχε Λουίς Μπόρχε (1899 – 1986, Αργεντίνος συγγραφέας)

Αφιερωμένο στους υπερχρεωμένους δανειολήπτες που φοβούνται τη χρεωκοπία του κράτους.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Καλοκαίρι νυν και αεί

      

Καλοκαίρι νυν και αεί


  Κολλημένη πίσω από τη θέση του οδηγού ίσα για να καλύπτει το πάνω μέρος της καμπίνας του Τράκτορα. Του χαμογελούσε και προκλητικότατα τον καλούσε στη θάλασσα. Κλεφτές ματιές στο πόστερ της νταλίκας. Δεν ήξερε τι του προκαλούσε τόση μεγάλη ένταση. Η κοπέλα του πόστερ, η παραλία πίσω της ή μήπως καρφωθεί που τα χαζεύει.
   «Τι χαζεύεις ρε;»η φωνή του θείου του ακούστηκε από το πουθενά. «Να μπείτε με τον άλλο να τη κάνετε λαμπίκο την καμπίνα!»
    Σ ΄ ένα κοινοτικό κάμπινγκ της Χαλκιδικής με τον τράκτορα του θείου. Στο πάνω κρεβάτι της καμπίνας αυτός και στο κάτω ο ξάδελφος. Κατάκοπος. Να βοηθήσει να στήσουν τη σκηνή. Να κουβαλήσει το φορητό ψυγιάκι, την ψησταριά, τα μαξιλάρια, τις αμέτρητες τσάντες με τα ρούχα, μια κλούβα με ντομάτες μια άλλη με πιπεριές, μια τρίτη με ροδάκινα, πέντε καρπούζια άλλα τόσα πεπόνια, προσφυγιά ολόκληρη. Παραλίγο να σπάσει τη νταμιτζάνα με το τσίπουρο, όταν του έπεσε το πακέτο τα τσιγάρα και του έβαλε τις φωνές η μάνα του.
 Καπνίζεις ε! Το ‘δα εγώ το Μάλπορο. Γαϊδούρι!
   Η κοπέλα δραπέτευσε από το πόστερ και ήρθε στον ύπνο του. Τα γυμνά της στήθη που ευρηματικά κάλυπτε στη φωτογραφία, με τις παλάμες της, ήταν δικά του. Τα γυμνά της μπράτσα ικετευτικά να τον καλούν στην πιο γλυκιά αγκαλιά. Μα πάνω απ΄ όλα το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο υποδοχής, αποδοχής, υποταγής. Ένα χαμόγελο θεϊκής ένωσης του αρσενικού με το θηλυκό. Μόνα Λίζα ήταν η κοπέλα και αυτός ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Μια Μόνα Λίζα δικιά του, ολοκληρωτικά δικιά του, και αυτή και ο καρπός της κοιλίας της.
    Λεό-Λεό τον έβγαλε από την αγκαλιά της Μόνα Λίζα η φωνή έξω από την καμπίνα. Ο Λεό είχε αρπάξει το σπορτέξ του και το πήγαινε με σπουδή στο απέναντι τροχόσπιτο.
    «Ας’ το να ψοφήσει από τη μπόχα!» πρόλαβε ο ξάδελφος αναφερόμενος στο μικρό σκυλάκι το Λεό. «Δεν μας φτάνανε τα κουνούπια έχουμε και τη μπόχα απ’ τα βρωμοπάπουτσά σου. Καλά που τα πέταξα έξω.»
   Δεν τον άκουγε όμως τον ξάδελφο. Το μόνο που άκουσε ήταν το «Im sorry» της μικρής Ολλανδέζας. Ίσως δεν ήταν η ακοή. Η μόνη αίσθηση που του απόμενε ήταν η όραση. Την είδε τη συγνώμη, μέσα απ’ τη θάλασσα των ματιών της, μέσα στηο χρυσάφι των ξανθιών της μαλλιών, μέσα απ’ τη θαλάσσια αύρα του κορμιού της.
    Γαντζωμένος σε μια τεράστια σαμπρέλα από ρόδα νταλίκας κοίταζε, μόνο κοίταζε. Μια οπτασία ήτανε πάνω στη σωσίβια σαμπρέλα. Μια γοργόνα που νοιαζότανε μόνο γι’ αυτόν. Μια γλυκιά οδαλίσκη των κυμάτων και του χαδιού του βλέμματός του. Μια ξανθιά Παναγιά του ηλιοβασιλέματος και των Φεγγαριών του Αυγούστου.
    « Έλιωσες κακομοίρη!» Τον πείραξε ο θείος. «Και εμείς καρδιά έχουμε. Δεν κάνουμε έτσι. Κι’ αυτοί σε δυο μέρες φεύγουνε. Εγώ που λες πήρα μια από το Άμστερνταμ με ωτοστόπ. Φορτωμένος τοματοπολτό, πήγαμε Δαμασκό. Που να στα λέω! Και του έκλεισε πονηρά το μάτι.» Χελιδονάκι του βορρά.
   «Ας τον παιδί μου. Αυτός νομίζει ότι οι Ολλανδοί είναι ξανθοί γιατί τρώνε πολλά κοτόπουλα.» Κάγχασε η θεία Σιμέλα. «Πού ξέρει αυτός από έρωτα;»
     Έβαλε στόχο να μάθει καλά αγγλικά για να επικοινωνεί άνετα μαζί της στο facebook. Και Ολλανδικά για χατίρι της θα μάθει. Και γεωγραφία για να μη μπερδεύει το Άμστερνταμ με το Αμβούργο. Έμαθε και έναν Ολλανδό ζωγράφο, τον Ρεμπράν, γιατί ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ήταν Ιταλός ζωγράφος και όχι ο Λεό το σκυλάκι της αγαπημένης του. Μα πάνω απ’ όλα όταν μεγαλώσει θα αγοράσει μια νταλίκα, ένα Volvo FΗ16. Όχι για να κολλήσει ένα πόστερ στο φινιστρίνι της καμπίνας, αλλά για να αιχμαλωτίσει τα καλοκαίρια πάνω σε μια σωσίβια σαμπρέλα. Γιατί θεία Σιμέλα έχεις άδικο. Η ζωή δεν είναι TIR νταλίκα, Άμστερνταμ-Δαμασκός κι’ ανάποδα. Ούτε χειμώνας καλοκαίρι και πάλι απ’την αρχή. Ένας έρωτας είναι η ζωή, μια σωσίβια σαμπρέλα στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μια ματωμένη καρδιά στο χώρο και στο χρόνο.
  
    
          Bill Kúderιs


Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Τρέχει τίποτα;




Μην ανησυχείτε αδέλφια! Δεν είμαι υποψήφιος. Ούτε στις κλαδικές, ούτε στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Δεν αντέχω να χάσω για μια ακόμα φορά. Ένα ακόμα δικαίωμα μου απέμεινε. Το δικαίωμα του εκλέγειν. Και να εκλέγω βαρετό κατάντησε.
Ένα απειροστό η ψήφος μου, στην παντοδυναμία του συστήματος. Βγάλτε μας στην παρανομία για να μας λυτρώσετε από τα υπαρξιακά μας προβλήματα.
Με την γυναίκα μου, υποψήφια κάπου, το ξεκαθάρισα. Δεν είμαι προβοκάτορας.
Της αφιερώνω το παρακάτω ποιηματάκι του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε.


" ΤΙ Θ' ΑΠΟΓΙΝΕΙΣ, ΘΕ ΜΟΥ, ΑΝ ΠΕΘΑΝΩ... "

Τι θ' απογίνεις, Θε μου, αν πεθάνω ;
Εγώ ειμαι το κανάτι σου ( αν σπάσω ; )
Εγώ ειμαι το ποτό σου ( αν πικράνω ; )
Εγώ ειμαι το έργο σου και το ένδυμά σου,
μαζί μου θα χαθεί το νόημά σου.

Αλλού δεν πρόκειται να βρεις μια στέγη άλλη
να σε δεχτεί με λόγο απλό, ζεστό.
Θα σου λυθεί απ' το πόδι το σανδάλι
το μεταξένιο σου, που είμαι εγώ.

Το πανωφόρι σου πια θα σ' αφήσει.
Το βλέμμα σου, που στο πλευρό μου
το είχα πάντοτε εγώ προσκέφαλό μου,
μάταια τριγύρω ώρα πολλή θα με ζητήσει -
κι όταν ο ήλιος τελικά γείρει στη Δύση,
σε ξένης πέτρας αγκαλιά θα ξενυχτήσει.

Τι θ' απογίνεις, Θε μου ; Αγωνιώ.

Bill Kuderιs
Δημοκράτης ψηφοφόρος