Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Η επιστροφή της Μαντουβάλας


    Δάκρυσαν τα μάτια της. Θόλωσαν οι φακές άγνωστης ονομασίας – προέλευσης, όπως και τα μαμούνια που σκότωνε. Ίσως από την Τουρκία μπορεί κι απ’ τις Ινδίες.
Φακές και φασολάδα εναλλάξ το καθημερινό τραπέζι της οικογένειας, διακοπτόμενο ενίοτε από κρεμμυδόσουπα με μυρωδιά ψαριού. Και να το κρεμμύδι και να το δάκρυ. Ένα δάκρυ διαφορετικό αυτή τη φορά. Δάκρυ οργής, δάκρυ αγανάκτησης.
-Τ’ αναθεματισμένα από πού τα φέρνουν κι’ αυτά αναρωτήθηκε για την προέλευση των κρεμμυδιών. Θυμήθηκε τότε στα τέλη της δεκαετίας του 60 λίγο πριν τη Χούντα. Τότε που με την ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ γάζωνε ατέλειωτα μέτρα βρακοφανέλας και δάκρυζαν τα μαύρα της μάτια. Όχι από την κούραση, ούτε από το πέρασμα της ατσάλινης κλωστής «πεταλούδα» στην τρύπα του βελονιού. Δάκρυζαν στη φωνή του Καζαντζίδη, για την τιμιότητα της φτωχολογιάς, για τα βάσανα της ξενιτιάς, για την απονιά του πλούτου.
 Η ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ έγινε ηλεκτρική, η μία πολλές, η κάμαρη της ραπτομηχανής βιοτεχνία φασόν. Τώρα πλέον η πλακοραφού του χτες έγινε επιχειρηματίας. Το έγραφε και στην ταυτότητά της, όταν την άλλαξε και θέλησε να βάλει το δικό της πατρικό επίθετο. Είχε δικό της δικηγόρο. Τα λογιστικά τα κρατούσε η κυρία που εργαζόταν στο ασφαλιστικό ταμείο, όπου πήγαινε να καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων της. Έκλεινε ραντεβού με την κομμώτρια, απέκτησε αισθητικό και αρκετά πριν την κρίση και τον δικό της πλαστικό χειρούργο. Από τον Καζαντζίδη του γραμμοφώνου στον Πασχάλη Τερζή, πρώτο τραπέζι πίστα.
Η κοινωνική ανέλιξη ολοφάνερη. Από εργατικό προλεταριάτο, μικροαστή έως μεσοαστή με δικά της μέσα παραγωγής. Ανελλιπώς ψήφιζε ΠΑΣΟΚ όχι επειδή ήταν χειραφετημένη - έννοια που αναλύθηκε στο κομμωτήριο και της αποδόθηκε ο τίτλος ως απότοκο της καπατσοσύνης της – αλλά επειδή δεν χώνευε τους δεξιούς γιατί παλιά ένας χωροφύλακας χαστούκισε τον πρώτο της ξάδερφο.
 - Ποια εργατική τάξη καλέ! Η Σούλα που μοντάρει τις κουμπότρυπες θα μας εξουσιάζει; Με απείλησε κι’ όλα ότι θα με καταγγείλει γιατί δεν της κολλάω ένσημα.
 - Και η δικιά μου με το πιστολάκι την έβαλε ο γκόμενός της να μου ζητήσει ένσημα! Εργατική τάξη δεν υπάρχει. Ξέρεις εσύ κανένα που να θέλει να μοιραστεί το σπίτι του, τα λεφτά του; Δουλειά και κουμάντο χρειάζεται, αναστέναξε η κομμώτρια καθώς ένοιωσε κάτι πονάκια στα πόδια και πολύ φοβόταν τους κιρσούς.
   Κάτι η Σούλα, κάτι ο δικηγόρος, κάτι η λογίστρια, μα πιο πολύ οι Κινέζοι τα κομμούνια και η παγκοσμιοποίηση, έκλεισε η βιοτεχνία, σκούριασαν οι μηχανές κι έμεινε κειμήλιο η ποδοκίνητη ραπτομηχανή Σίνγκερ με την κλωστή «πεταλούδα» για να μαντάρει τις κάλτσες του εγγονού της.
Όπως ανέβηκε έτσι κατέβηκε. Ίσως το μόνο που δεν έπεσε είναι τα στήθη της μετά την ανόρθωση. Δεν θα το παρατηρούσε αν μια φακή δεν έπεφτε ανάμεσά τους. Έχει πλάκα να έχει και μαμούνι μέσα γέλασε. Τη δουλειά του κάνει κι’ αυτό, σκέφτηκε, με τη διττή ερμηνεία της δουλειάς, αποθεματική και αναπαραγωγική. Ίσα – ίσα που κρατιόταν στη μύτη της τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Μέσα απ’ αυτή την παραμορφωτική οπτική, στήθη και σουτιέν ντιζαϊνάτο, ό,τι διασώθηκε τέλος πάντων, της φάνηκαν νεανικά, έτοιμα για όλα. Το ζήτημα είναι να το πιστέψουμε.
Πρώτα της ήρθε στο μυαλό το λάγνο βλέμμα του παππού στην ουρά για τη θεώρηση του βιβλιαρίου υγείας και μετά αυτό που είπε. Να πιστέψουμε τι παππού; Ότι κάτι  μπορεί να γίνει ανάμεσα σ’ ένα πεσμένο πουλί και ένα ανορθωμένο στήθος; Ότι μπορούμε να ξεσηκωθούμε να επαναστατήσουμε;
Η νεαρή εγγονή της ισχυρίζεται ότι έρωτας και επανάσταση συμβαδίζουν. Όταν ερωτευθεί θα ξεσηκωθεί.
 Ο μελετητής του διαλεκτικού υλισμού θα έλεγε ότι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς σε μορφές που είναι ανεξάρτητες των προηγούμενων. Ο καταλύτης της εξέλιξης, η αντίθεση. Όσο υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχει και μισθωτή εργασία. Κατά συνέπεια θα υπάρχει και εργατική τάξη. Και αυτή κάποια μέρα θα ξεσηκωθεί. Φιλοσοφική νομοτέλεια, εξηγεί ο παππούς με το λάγνο βλέμμα που επιμένει να προχωρήσουν γρήγορα και χωρίς προφυλάξεις γιατί ο μόνος τους φόβος είναι ότι δεν έχουν καιρό. Τι εκβιασμός κι’ αυτός. Δεν έχουμε καιρό. Αυτή που θα περίμενε αιώνια την επιστροφή του αγαπημένου της πάνω σε μια ραπτομηχανή. Αυτή που σ’ όλες τις δημοσκοπήσεις ανήκε στην κατηγορία  «δεν ξέρω, δεν απαντώ». Αυτή που έραψε χιλιάδες «Καλημέρα» κι’ άλλα τόσα «Κι’ αυτό θα περάσει», τώρα δεν είχε καιρό!.
Τώρα τα χρόνια πέρασαν. Τα όσα πλήρωσε, τα όσα κέρδισε, τα όσα έχασε, άφησαν τη σφραγίδα τους στο μυαλό και στην ψυχή της. Τώρα ξέρει. Φτώχεια δεν σημαίνει τιμιότητα και αντιστρόφως. Μεροκάματο δεν σημαίνει εκπόρνευση του εαυτού μας σε κανένα αφεντικό. Διέγραψε από το περιορισμένο λεξιλόγιό της τη λέξη φιλανθρωπία και μετά βδελυγμίας τη λέξη ελεημοσύνη. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή ήταν η υπέρβαση της ζωής της. Η κουτοπονηριά, η καπατσοσύνη της πλακοραφούς, το λευκό γιακαδάκι της ψυχικής και νοητικής της αγνότητας, πέρασαν οριστικά στο παρελθόν. Ποιοι είναι οι φιλάνθρωποι, ποιοι είναι οι ελεήμονες, με ποιο πόθεν έσχες; Να διαγράψει το δικαίωμα, το κεκτημένο για να δεχθεί την ελεημοσύνη τους; Ποτέ. Κι’ ας’ χάσει τη βασιλεία των ουρανών.
Όσο για το τι θα πει ο κόσμος; Σ’ αυτά που δεν έχω και έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία στην κομμώτρια. Όσο είχα λεφτά ήμουν άξια, θαύμαζαν και το πλούσιο στήθος μου. Τώρα καλά να πάθει, ανορθώσεις μου ήθελε!
-Τι να περιμένεις από τέτοιο κόσμο, που τη μια μέρα έχει αρχηγούς πανέξυπνους και σοφούς και την άλλη μέρα τους βγάζει ανίκανους και ηλίθιους. Άσε μη  σου πω πόσο χάρηκαν που μ’ έβγαλαν από τα βαρέα συμπλήρωσε η κομμώτρια. Άμα μ’ έβλεπαν με πρησμένα δάκτυλα και άφηναν και τα ρέστα για ελεημοσύνη, η χαρά τους θα ήταν μεγαλύτερη.
   Πιασμένοι χέρι – χέρι με τον παππού κάνουν επιθεώρηση σ’ όλα τα παγκάκια της γειτονιάς τους για να εμψυχώσουν όλους τους άστεγους, όλους τους παραιτημένους, όλους αυτούς που περιμένουν την ελεημοσύνη του βολεμένου, του φιλάνθρωπου. Δεν είναι σίγουροι αν και πόσους μπορούν να πείσουν για αντίσταση, για κοινή δράση. Το σίγουρο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία τους ανανέωσε και ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταγράψει: Η Μαντουβάλα επέστρεψε όχι για να κλάψει τη μοίρα της, αλλά σαν αντάρτης για να υπερασπιστεί τη ζωή, τον έρωτα, την επανάσταση.




   Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό. Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορυφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν΄ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστάσή μου δεν θα στρεφόταν κατά του κατεστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους.


   Μόνο η βλακεία μένει αμετακίνητη.
Όχι όχι, εγώ δε θέλω ν’ αλλάξει ο κόσμος αυτός. Να χαλάσει θέλω, να τον χαλάσω, να τον γκρεμίσω, αυτό θέλω, να τον δω σωριασμένο, να δρασκελίσω τα χαλάσματα τρέχοντας με τα χέρια ανοικτά στον άνεμο, στη λευτεριά, ν’ αγκαλιάσω τους ανθρώπους, πόσοι ωραίοι άνθρωποι θα υπάρχουν στον κόσμο, όλοι θα ‘ναι ωραίοι και αληθινοί, και θα γελούν, θα μιλούν καλοσυνάτα χωρίς να ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον…
Λιλή Ζωγράφου



Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οργανικά υπεράριθμη – οργασμικά πλεονάζουσα



Ξυλοσχίστης ψιθύρισε και ξάπλωσε απονήρευτα στο κρεβάτι του, με την ικανοποίηση των ταπεινών ανθρώπων που δούλεψαν σκληρά τη μέρα τους.
Με την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης το γύρισε στα καυσόξυλα.
Η χρήση του τσεκουριού επιβεβαίωσε το μυϊκό του σύστημα, η αποθήκευση των ξύλων την προνοητικότητά για τα κρύα του χειμώνα. Με παρόμοια απλότητα αποθήκευσε τα συντάξιμα χρόνια της εκπαιδευτικής του διαδρομής. Μια σχολική χρονιά ακόμα, εξαγορά των χρόνων του στρατού και έβγαινε στη σύνταξη. Πριν τον προλάβουν νέες περικοπές, νέα μέτρα.
Λίγο η προσθαφαίρεση συμμιγών αριθμών, λίγο η ικανοποίηση του προσδόκιμου της συνταξιοδότησής του, μα πιο πολύ η κούραση έπεσε σε νιρβάνα.
Όταν σκέφτεσαι θετικά ονειρεύεσαι θετικότερα. Ένα ροζ συννεφάκι φροντίδας τον χάιδεψε το ίδιο αφράτο με τα ροζ μαγουλάκια της. Μια μακριά πλεξούδα τα μαλλιά της, πειθαρχημένα καλόβολη, γλυκά συγκαταβατική όπως ο χαρακτήρας της. Μια αχτίδα φωτός πλημμύρισε όλο του το είναι. Μια αχτίδα φωτός μη προερχόμενη από τον ανατέλλοντα ήλιο της άνοιξης ούτε απ’ την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Ο πρώτος αριστερός προγόμφιος ολόχρυσος. Πηγή ζωογόνου φροντίδας, σύμβολο σεξουαλικής δοτικότητας, πιστοποίηση ερωτικού πλουτισμού.
Ένα χρυσό δόντι, όχι απλά να αναπληρώνει την οργανικότητα της θέσης, αλλά να προσδίδει νέο περιεχόμενο στη θέση, καταλυτικά απαραίτητο, διαχρονικά διατηρητέο.
Μια φιλόλογος αναπληρώτρια γοητευτικότερη των δεκαπεντασύλλαβων της Οδύσσειας, αναγεννησιακά χειραφετημένη, «μονογραμματικά» ερωτική. (Ελύτης Μονόγραμμα).
Μια φιλόλογος αναπληρώτρια που λούσθηκε τη μοναξιά του έρημου ηλιοβασιλέματος του Ιονίου, που ψήθηκε στο θαλάσσιο άλας της άγονης γραμμής, που μέθυσε στα καφενεία των ορεινών όγκων της Δυτικής Μακεδονίας, αντάμα με μερακλήδες παππούδες.
Το μενεξεδί φουλάρι της συμπλήρωνε την τονικότητα της ποθητής της πληρότητας.
-Αχ! Κυρία υπουργέ της δια βίου μάθησης. Τα μενεξεδιά φουλάρια είναι ατσαλάκωτα, όπως ατσαλάκωτη είναι και η αξιοπρέπεια της αναπληρώτριας φιλολόγου. Τα προσκοπικά σου μαντήλια που προτιμάς μόνο φανατική προσήλωση σε μια καριέρα δείχνουν και ένα άγχος επιβολής του αποξηραμένου, του ανούσιου, του ανέραστου.
-Αχ! Κυρία αναπληρώτρια υπουργέ μου. Εσύ που με το πάθος ιεραπόστολου μας κουνάς το δάκτυλο μέσα από τα σινιέ ταγεράκια σου, η αναπληρώτρια φιλόλογός μου δεν είναι παιδί μαμελούκου παγανιστή. Αυτή είναι η παντοτινή καθηγήτρια κι εσύ η αναπληρώτρια υπουργός.
Κύριοι των Υπηρεσιακών συμβουλίων, Διευθυντάδες, επιλεγμένα στελέχη της εξουσίας, συνεπιβάτες είμαστε. Στην πλώρη εσείς, στ’ αμπάρια εμείς. Όλοι μαζί πατώσαμε. Μόνο που εσείς δεν το καταλάβατε ακόμα. Να έχετε υπ’ όψιν σας όμως ότι «ο σιωπών δοκεί συναινείν». Πόσο μάλλον όταν συνεργάζεστε, εκτελείτε, βγάζετε ανθρώπους υπεράριθμους. Μια άρνηση, μια παραίτηση δεν είναι επαναστατική πράξη. Είναι όμως μια έντιμη πράξη.
Μια λάμψη τον ξύπνησε. Δεν ήταν της φθινοπωρινής μπόρας. Κραδαίνοντας το τσεκούρι, με το μενεξεδί φουλάρι παντιέρα, ακολούθησε τη λάμψη του χρυσού δοντιού της. Κουφάλες ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Εάλω η σύνταξή μου μετά των αλλοφύλων.


ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.
 Ντίνος Χριστιανόπουλος



Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Φασολάδα τρομερή (Χρόνος ενεστώτας – Χρόνος υπερσυντέλικος)

Ξανάπεσε στα σκληρά. Κατακαλόκαιρο να σκάει ο τζίτζικας και αυτός φασολάδα κοχλάζουσα και καυτερή πιπεριά.
Επιστροφή στο βιοτικό επίπεδο πενήντα χρόνων πριν και βάλε. Τότε που ξόδευε την περίσσεια δύναμή του στις παλαίστρες. Τότε που η ανάσα ήταν καυτή με ή χωρίς πιπεριές. Τότε που τα θέλω κοχλάζανε στη χύτρα του θυμικού. Τότε που ο έρωτας έκαιγε τα σωθικά του.
Πάλεψε σ’ αυτή τη ζωή. Όχι από ανάγκη ούτε από καθήκον. Ούτε καν από υποχρέωση. Σαν παιχνίδι στην παλαίστρα η ζωή. Με Δονκιχωτική διάθεση και για τη νίκη και για την ήττα. Σαφώς η ίδια διάθεση τον οδήγησε στην Αριστερά και στα ξερονήσια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Άλλος αγώνας εκεί, με συνεχόμενες νίκες. Από εκεί που ήξερε τον πολλαπλασιασμό σαν μια αλληλουχία προσθέσεων, έμαθε να λύνει δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Από το «φεύγα» στο τάβλι, στην ισπανική επίθεση στο σκάκι. Από τη «Μαντουβάλα» στο «βράχο – βράχο τον καημό μου». Από τις παλικαριές των καφενείων, στην αντρειοσύνη της πνευματικής ενδοσκόπησης.
Το μόνο αμετάβλητο στο πέρασμα του χρόνου, η αίσθηση της φασολάδας από τη φωτιά να συνεχίζει να βράζει στη γλώσσα του, με τη θερμαντική δύναμη της μικρής κόκκινης «τσούσκας», στον καύσωνα του θέρους.
Στον καιρό της κρίσης, των απειλών των τριγλυκεριδίων της πτώχευσης, των οικολογικών κλιματιστικών του εναπομείναντος καταναλωτισμού, η απάντηση είναι η φασολάδα.
Φασολάδα της αυτάρκειας, της ευθύτητας, της λεβεντιάς και κόκκινη πιπεριά της οργής και της αντίστασης.

Στη μνήμη του Θείου, του πρώτου διδάξαντος.





                                            Το σκάκι
Ἔλα νὰ παίξουμε…                                                   
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
 
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

                                               Μ. Αναγνωστάκης












Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Έκθεση αυτοαξιολόγησης

Υπ’ όψιν των υπηρεσιακών συμβουλίων επιλογής στελεχών της δημόσιας διοίκησης του open government

Η εξουσία ριζώνει στα ρηχά. Στα υγρά ανήλια χώματα, στους θριμματισμένους βράχους, στ’ αποσυνθεμένα φυλλομαζώματα.
Η εξουσία φωλιάζει στις ουρές των γκισέ των τραπεζών, στους διαδρόμους των εφοριών, στους προθαλάμους των δημόσιων νοσοκομείων, στις ξαχαρβαλωμένες πολυθρόνες των κομματικών γραφείων, στο καμουφλαρισμένο τασάκι της καφετέριας, στις φοβισμένες ψυχές των ανθρώπων.
Η εξουσία φαντάζει στα φωτεινά καντράν των χρηματιστηρίων, στις εικόνες χαρτονομισμάτων που περνούν από τις οθόνες των τηλεοράσεων, στην ολοκλήρωση των ανολοκλήρωτων σκέψεων ανοργασμικών συζητητών, στα αναλόγια ομιλιών των αιθουσών συγκεντρώσεων, πάνω από πεντακάθαρα τραπεζομάνδηλα και απαστράπτοντα μαχαιροπήρουνα, στα φθοριομένα δόντια παγωμένων χαμόγελων, στα σιλικονούχα μπούστα και στα λιποαναροφημένα μπούτια των ερωμένων των μεγάλων αφεντικών.
Αυτή την εξουσία τη βλέπω, τη διακρίνω και θέλω να τη μεταμορφώσω στο λίπασμα της οικολογικής μου γλάστρας, στο πολυκαρβονικό σκίαστρο του αδήλωτου ημιϋπαίθριου, στο σπασμένο φτερό του παρατημένου μου ποδήλατου, στην άχρηστη ρεζέρβα της αδιάβατης πυλωτής μου, στο πεσμένο μανταλάκι του απροσπέλαστου ακάλυπτου, στη χαμένη σαγιονάρα στο πλυσταριό της ταράτσας μου.
Υπάρχει και η άλλη εξουσία όμως. Αυτή που ριζώνει βαθιά στον εγωισμό μου. Αυτή που μετατρέπει την άποψη σε εμμονή. Αυτή που κριτικάρει σκληρά τον απέναντι και εφευρίσκει ελαφρυντικά για την πάρτη μας. Αυτή που με μετατρέπει σε πρόθυμο υποστηρικτή του λίγου, του μικρού του ανεπαρκούς.
Η εξουσία που φωλιάζει στο ταλαιπωρημένο συναίσθημα, στο πνιγμένο γαμώτο, στο γλυκό πονεμένο χαμόγελο, στο αναρχοαυτόνομο ξέσπασμα. Η εξουσία του συναισθήματος είναι που με μετατρέπει σε κυνηγό της ουτοπίας, σε ζωδιακό προφήτη μελλούμενων ταξικών αγώνων και επικείμενων αλλαγών.
Αυτόν τον αμοραλιστικό εγωισμό, αυτό το ελλειματικό συναίσθημα μιζέριας και δέσμευσης θέλω να το μετατρέψω σε αναπτυξιακό πλεονασματικό απόθεμα ονείρων, δημιουργική σκέψη και δράση.
Για να εφαρμόσεις πρέπει πρώτα να πιστέψεις. Πώς να υπηρετήσω ένα σύστημα στο οποίο για να νοιώσεις το φίλο πρέπει να διακρίνεις τον εχθρό, για να είσαι πλειοψηφία πρέπει να υπάρχει μειοψηφία, για να είσαι νικητής πρέπει να ορίσεις τον ηττημένο, για να είσαι προϊστάμενος πρέπει να υπάρξει υφιστάμενος.
Κύριοι του υπηρεσιακού συμβουλίου, τζάμπα τα προσμετρήσιμα μόρια, η προϋπηρεσία, τα σεμινάρια, οι γραφειοκρατικές γνώσεις, τα πτυχία γλωσσομάθειας, οι πιστοποιήσεις χειρισμού των ηλεκτρονικών μέσων. Δεν κάνω εγώ για στέλεχος.
Πιστά μου συντρόφια. Μοίρασα προκηρύξεις έξω από τα εργοστάσια για να μην είμαι μέσα και μετράω αντίστροφα τις ώρες της βάρδιας. Διάβασα, έδωσα εξετάσεις για να γλιτώσω απ΄ τα κωλοχώραφα. Φαίνεται όμως ότι δεν απέκτησα τέτοια ταξική συνείδηση ώστε να απολαμβάνω κομματικής αναγνωρισιμότητας. Στελέχη εσείς, λούμπεν προλεταριάτο εγώ. Λαϊκοί κομισάριοι εσείς, στα γκουλάκ εγώ.
Αγαπημένη μου πεθερά. Δίκιο έχεις. Άχρηστος και ανίκανος. Μια μετριότητα και τίποτα παραπάνω.
Λατρευτά μου τέκνα. Ακόμα πιο μαζεμένα από δω και πέρα. Όλα τα επιδόματα τα κόψανε. Μόνο το επίδομα θέσης κρατήσανε, αλλά και αυτό είναι για άλλους.
Μαλάκα εαυτέ μου, για ινστρούχτορας μειοψηφιών είσαι και νοιώθεις ικανοποιημένος και για τα δύο.

Bill Kůderιs


Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.

Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.



Γιάννης Βαρβέρης – Πιάνο βυθού


Πάψετε πια..
Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θάναι
και να μη νοιώθουμε καμμιά λαχτάρα ν’ ανατέλλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! -
να βγούμε μόνοι απ’τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους
μ’ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων -

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλα, που με το μέτωπο ν’αγγίξουμε τ’ αστέρια!..

Κώστας Ουράνης

Ποτέ δεν θα πεθάνουμε κουφάλα νεκροθάφτη

Μια αστυνομική ταυτότητα και ένα μαγιουδάκι δίπλα – δίπλα, πάνω στο τραπέζι.
“Προς ενέργειαν” θα λέγαμε αν η τραπεζαρία μας ήταν γραφείο υπηρεσίας.
Η ταυτότητα. Αυτή που δήλωσε ότι έχασε, όταν χρειάστηκε να βγάλει καινούργια.
Με μια φωτογραφία των εφηβικών του χρόνων. Κολακευτικότατη μέχρι σημείου οριακής αναγνωρίσεως σε σχέση με τη σημερινή του εμφάνιση. Ύψος 1,76. Δεν θα μπορούσες να το πεις ψηλός, όχι όμως και κοντός. Ημερομηνία γέννησης: Ασφαλώς δεν είναι γέρος. Το μεσήλικας δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του. Μάλλον νέος όσο και στην ψυχή. Εξεδόθη από το ΙΒ αστυνομικό τμήμα. Από εκεί που έπαιρνε το λεωφορείο, φορώντας το μαγιώ από μέσα, για να πάει στη θάλασσα.
Ναι αυτό το ίδιο μαγιώ των εφηβικών του χρόνων. Εκείνο που αγόρασε από το παραλιακό μαγαζί, για να βουτήξει με την παρέα στα νερά του Ιούνη. Εκείνο που ανέμιζε σαν σύμβολο απελευθέρωσης, στα βαθιά. Εκείνο που γεύτηκε το θαλάσσιο άλας των πρώτων του ερώτων.
Τα εφηβικά μας καλοκαίρια δεν είναι μνήμη. Είναι μια διανυσματική προέκταση του χρόνου, με διαφορετική μονάδα μέτρησης. Η διάθεση το ενεργούμενο, η πραγματικότητα το υποκείμενο.
Ένα μαγιώ για να περνάμε καλά και μια αστυνομική ταυτότητα να το πιστοποιεί.

Καλό καλοκαίρι αδέλφια

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ειρηνική διαδήλωση ή λιτάνευση της ηλιθιότητας; (Los Malakoueros Βάρα)


Κάπου τον έχω ξαναδεί αυτόν το τύπο. Αυτόν που βρέθηκε να κοιμάται σε μια πλατεία της Λισαβόνα, σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία και πάσχων από λαρυγγίτιδα α΄ βαθμού, γιατί τραγούδησε 33 φορές τον Εθνικό ύμνο και σ’ όλα τα ενδιάμεσα διαστήματα δεν έπαψε να κραυγάζει «Οοώ Εεέ Όλη η Ευρώπη είναι μπλε».
Τα λεφτουδάκια από τη διαφήμιση της χορηγού τράπεζας τέλειωσαν. Και κάτι άλλα που κονόμαγε κολλώντας αφίσες για τα πάρτυ της φοιτητικής νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας (ΔΑΠ – ΝΔΦΚ), με την λαϊκή αοιδό Καίτη Γαρμπή, τέλειωσαν κι’ αυτά. Δεν εκμεταλλεύτηκε και την επανίδρυση του κράτους, να γίνει συμβασιούχος και το μόνο που του ‘μεινε ένα ψιλοκουσουράκι στο κράξιμο. Εκεί ακριβώς που χρειάζονται τα μπάσα.
Του πήρε χρόνο για να καταλάβει ότι η γκόμενα δεν τον παράτησε επειδή η φωνή του από μπάσα αρρενωπή, έγινε πρίμα μπαλαρίνα, αλλά γιατί θόλωσε η εικόνα high style που είχε γι’ αυτόν. Εξ’ άλλου αυτός κράτησε ευλαβικά τη συμβουλή του πατέρα του. Ούτε κομμουνιστής ούτε πούστης. Πατριώτης τρανός, όσο για το «τιμημένο», το σήκωνε ακόμα. (Θυμίζω το άλλο σύνθημα «Σήκωσέ το, το τιμημένο, δε μπορώ δε μπορώ να περιμένω»).
Με την ίδια σημαία, με τα ίδια μυαλά, σαφώς λιγότερα μαλλιά και με κάτι ψηλά από τη σύνταξη της μανούλας του, κάνει περαντζάδα στο Λευκό Πύργο.
Δεν είναι αγανακτισμένος, κανένα αγανακτισμένο γκομενάκι ψάχνει, με τις ευλογίες του Άνθιμου βέβαια. Ο φόβος του είναι μη τον καπελώσουν οι κομμουνιστές. Ο τρόμος του, μην παρασυρθεί και αρχίσει να κραυγάζει με την τσιριχτή του φωνούλα «κλέφτες … κλέφτες». Και η αγωνία του, μη τον κυριεύσει ποτέ η λανθάνουσα απελπισία του.
Γιατί ο απελπισμένος είναι ηττημένος. Ο αγανακτισμένος δεν εκδηλώνεται ειρηνικά και η εξέγερση θέλει μπάσα φωνή και σιδερένια α…..ια._


Εάν το να πιστεύεις και να αγαπάς την πατρίδα σου ονομάζεται απ’ αυτούς «εθνικισμός», τότε είμαι ο πρώτος που θα πω ότι ό,τι καλλίτερο, υψηλότερο και ωραιότερο γνώρισα στη ζωή μου, είναι αυτή η μικρή πατρίδα μου, η τωρινή, η χθεσινή, η αιώνια.
(Μίκης Θεοδωράκης)

Από το blog “7 σε παίρνει Αριστερά…..
Όχι, δε μπορούσα να με δω εκεί. Πώς θα μπορούσα να με φανταστώ μέσα στο πατριωτικό ντελίριο και τον ιστορικό συμπλεγματισμό; Μέσα στις politically correct επικλήσεις στον αυτοσεβασμό;
Και όταν θάμαι εκεί θα είμαι παρέα με την ιδεολογία μου. Γιατί ξέρεις, η ιδεολογία δεν είναι αξεσουάρ που το αφήνεις σπίτι όταν δεν ταιριάζει στο ντρεςς κόουντ της εκδήλωσης. Και θάμαι εκεί με την οργή μου, το στρεβλωμένο μου μυαλό και τη συγχωρεμένη μου αυτοσυγκράτηση. Και θάμαι εκεί με τη μάσκα μου, με την πέτρα, το μπουκάλι, τη βαριοπούλα και όποιο διαθέσιμο μέσο βρεθεί. Όχι γιατί είμαι ατρόμητη ή γενναία αλλά ακριβώς γιατί φοβάμαι. Γιατί μετρώ το φόβο μου σε κάθε ρυτίδα έκφρασης σε κάθε πετάρισμα των βλεφάρων. Και αυτό το φόβο δε θέλω να τον συμμεριστούν. Θέλω να τον φοβηθούν. Ξέρεις, τα σκυλιά όταν φοβούνται ή το βάζουν στα πόδια ή ανοίγουν τα πόδια ή ορμάνε και δαγκώνουν. Και αν θάμαι εκεί δε θάμαι για «να είμαι και εγώ εκεί» αλλά θα είναι για να μη φύγω. Όχι για να μη χάσω το ραντεβού με την ιστορία, όχι για μια αράδα στο βιογραφικό, όχι για να μη μετανοιώσω που έχασα το ιβέντ. Όχι για τη βάρδια πριν και μετά τη δουλειά αλλά ακριβώς για την ώρα της δουλειάς.

Από τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης η Φωτεινή Τσαλίκογλου καθηγήτρια της Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο…..
….Πήγα στο Σύνταγμα να ζήσω αυτό που ζητούν οι άλλοι. Πολλές φορές το νοσταλγώ να ξανά ήμουν νέος και μαζί με τους νέους να βγω να μιλήσω…..


Οι μέρες τρελαίνουν τα πουλιά
οι νύχτες αναποδογυρίζουν τα κορίτσια
ώσπου ανεβαίνει η σελήνη κατακόκκινη,
σαν την ανάμνηση μιας ηλικίας που δεν θα ξανάρθει.
Τάσος Λειβαδίτης



Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Ο υπνόσακος της πλατείας Συντάγματος (Μια πρόταση για διακοπές ή για αντίσταση)


Οι σκουριασμένοι τενεκέδες, αγχωτικά στηριγμένοι στις τρύπες των τούβλων, του προσήλιου τοίχου του αχυρώνα, αδιάψευστη απόδειξη μιας άλλοτε πολυπληθούς και ακμάζουσας κοινωνίας.
Κιτρινάδι είπε η γιαγιά.
Η πανούκλα των περιστεριών εξήγησε η μαμά.
Ο Παλιούρης την έσωσε, ο γενάρχης του περιστερώνα, να θρηνεί γουργουρίζοντας το χαμό όλων των απογόνων του.
Θρήνος; Ίσως ερωτικό κάλεσμα. Ποιος μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα των περιστεριών; Γιατί μέσα απ’ τους τενεκέδες ίσα που ξεπρόβαλε η Παλγαλατσίτσα, μαζοχιστικά αδύναμη, σαδιστικά μόνη, αναγκαία απαραίτητη δια τη διάσωση της γενιάς.
Αναθεματισμένε, βλαστήμισε η γιαγιά. Ίσως να την ενόχλησε το γουργούρισμα, που της στέρησε το μεσημεριανό ύπνο. Πιο πολύ όμως την ενόχλησε η έλλειψη έκφρασης πένθους.
  • Εδώ χάθηκε όλη η γενιά του και αυτός το νου του στο θηλυκό.
Πόσο νου να έχει ένας γούτος; Δεν είναι η μνήμη, γιατί τα περιστέρια θυμούνται. Ίσως ένα ιδιότυπο αλτσχάϊμερ των περιστεριών και των ανθρώπων σκέφτηκε και έφερε στο μυαλό της εκείνο το χαμένο παππού με την άρρωστη σεξουαλική επιθετικότητα.
  • Τον βρωμιάρη, θα τη ξεπαστρέψει τη καϋμένη τη περιστέρα, θύμωσε η μαμά.
Κοίταξε πως τη τσιμπάει; Ένας βιαστής της δισέγγονής του είναι. Χαλάσανε και τα περιστέρια στις μέρες μας!
  • Δεν έχει εναλλακτική επενέβη ο πατέρας. Πρέπει να κρατήσει η γενιά.
Αυτή η αίσθηση του χρέους, τα αταλάντευτα «πρέπει», οι αναγκαστικοί
μονόδρομοι, οι εκβιαστικές συναινέσεις, αδρανοποιούν τα «θέλω», οπισθοδρομούν την εξέλιξη, παγιώνουν τη μιζέρια.
Συμφωνώ σύντροφοι. Τίποτα δε γεννιέται με παρθενογένεση. Ο Μαρξ πάτησε στο Δαρβίνο, ο Σεφέρης στον Έλιοτ, ο κομμουνισμός στη διχταχτορία του προλεταριάτου. Όμως μη περιμένετε να ολοκληρωθεί η ταξική συνείδηση σ’ όλη την οικουμένη για να ανατραπούν οι τράπεζες, ούτε η αντιστασιακή κουλτούρα της καμαριέρας να αποτρέψει την ασέλγεια του βιαστή της, που στο κάτω – κάτω είναι και κάποιας ηλικίας. Η Παλγαλατσίτσα το διαισθάνθηκε. Τι μπορεί να κάνει ο Παλιούρης; Τζούφιος είναι. Αφού δε μπορώ να το αποτρέψω, ας το εκμεταλλευτώ.
Μπορεί οι πολιτικοποιημένοι και οι απολιτίκ διαμαρτυρόμενοι των πλατειών να λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης της οργής των λαών και να μένουμε στα ίδια. Το ζήτημα είναι ότι το καζάνι είναι σάπιο και το σίγουρο είναι ότι θα σκάσει. Οι συνθήκες γέννησης ενός νέου σύμπαντος είναι ώριμες. Το μπινκ μπανκ θα γίνει, λίγο πριν λίγο μετά δεν έχει σημασία. Μετά την έκρηξη βλέπουμε.
Κανένα χρέος δεν αποσβέστηκε, απλά διαγράφηκε. Καμιά αλλαγή χωρίς ανατροπή. Καμιά επανάσταση με καταγεγραμμένες πλειοψηφίες. Κανένας ξεσηκωμός με ολοκληρωμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και ξεκάθαρο στρατηγικό στόχο. Εγκαταλείπω το καναπέ και ό,τι ήθελε προκύψει.
Γιατί ο καναπές ξεχαρβαλώθηκε, ο περιστερώνας ερήμωσε, ο Παλιούρης δεν είναι γόνιμος και προπάντων δεν είναι ερωτεύσιμος.
Το αποτσίγαρο της γενετήσιας πράξης θα πυροδοτήσει το καζάνι. Και ποιος ξέρει συντρόφια; Η κάμπια θα γίνει πεταλούδα, το κοράκι αητός, το περιστέρι Άγιο Πνεύμα, η επανάσταση έρωτας και ο έρωτας επανάσταση._




Ωστόσο – ποιος ξέρει – ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα,
ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του κόσμου.
Γιάννης Ρίτσος – Ελένη.


Εμπρός στης προσδοκίας το κατώφλι
περάσαμε τα νιάτα μας ορθοί
ενώ ήτανε μέσα μας το θάμα
που τόσο λαχταρούσαμε να 'ρθει.
                                     Κώστας Ουράνης


Περπατώ σε μια έρημο απόλυτη.
Εάν μου φανεί ότι άκουσα κελαηδισμό πουλιού
ας μου λέει η λογική ότι παραφέρομαι, εγώ νιώθω υποχρεωμένη
να ετοιμάσω σ' αυτό το πουλί ένα δέντρο.
                                                          Κική Δημουλά

Πιάσε το πρέπει απ' το ιώτα
και γδάρε το ίσαμε το πι
                                       (Ελύτης)

       Στον φίλο μου το Θωμά,
τον οργανωτικό, τον ορθολογιστή,
τον εντός χρόνου και κλίματος,
τον "επί τον τύπον των ήλων".
    Και στον άλλο Θωμά,
τον "μέσα σ' 'ολα",
του "ό,τι βρέξει ας κατεβάσει",
του "να πάει να γ@.....θεί."

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Αυθαίρετος οικιστής (Ένα παραμύθι για τον πλουραλισμό της μοναξιάς)


Λίγο πιο κάτω απ’ το γαλανό τ’ ουρανού, οι μακρινές ήρεμες χιονισμένες κορυφές. Μια ευδιάκριτη ομίχλη σκεπάζει τη διολισθαίνουσα μακαριότητα των αειθαλών δένδρων της βουνοπλαγιάς. Το βιαστικό ρυάκι να μαζεύει τη λειωμένη σκληρότητα των αφιλόξενων απόσκιων που αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν την προνοιακή αποθεματικότητα των πάγων. Μπροστά μας η συμπλεγματική κατωτερότητα των θάμνων σε συνωμοτική μαζικότητα, να προφυλάσει ένοχα μυστικά και να διαστρεβλώνει ακανθώδεις αλήθειες. Και στο βάθος, εκ θεμελίων διακριτική, αναγκαία απαραίτητη, η καλύβα. Με τις έμπειρες σανίδες της, το προσήλιο παράθυρο, την οικειότατη πόρτα της, τη καλοσχηματισμένη στέγη της, τη φιλόξενη καμινάδα της.
Αυτήν ακριβώς την καλύβα συνέλαβε ο δορυφόρος της Google. Μια αυθαίρετη καλύβα σε δημόσια έκταση.
Να επιβάλλουμε πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης είπε ο πολεοδόμος.
Να το εισπράξουμε από ποιον αναρωτήθηκε ο έφορος.
Να την απαλλοτριώσουμε για να κάνουμε κανένα τσιμπουσάκι, έκλεισε πονηρά το μάτι ο δασάρχης.
Συγνώμη, είπε το παιδί καθώς σέρβιρε το espresso του έφορα. Σαν πίνακας ζωγραφικής μου φαίνεται. Το πιο συνηθισμένο σε ένα νατουραλιστικό πίνακα είναι να έχει μια καλύβα. Με διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης από το πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας ήρθα σας λέω.
Αχ! Να είσαι με τον καλό σου εκεί αναστέναξε η γραμματεύς της επιτροπής καταγραφής και διαχείρισης αυθαιρέτων. Να μαζεύουμε φρούτα του δάσους, μαγικά μανιτάρια, άγρια χόρτα, γλυκοπατάτες και τόσα άλλα.
Βρούβες, άγριες τσουκνίδες για καμιά τσουκνιδόπιτα, αμπαρόριζα για να μην ανεβάζω πίεση, τίποτε άγριες αγκινάρες για αλοιφές εντριβής! Άσε μας καλή μου!
Πάντα πεζός και ισοπεδωτικός κύριε έφορά μου, αντέτεινε η γραμματεύς. Ο έρωτας δεν έχει ανάγκη τα τετραγωνικά, δεν χρειάζεται τοιχεία αντιστήριξης, κουφώματα ασφαλείας, μπαζωμένες βεράντες, ατελέσφορους ημιυπαίθριους. Είναι ολιγαρκής και αυτάρκης. Ένα χαμόγελο ο φωτισμός του, ένα χάδι η ενεργειακή του επάρκεια.
Ο έρωτας την έφτιαξε την καλύβα.
Ίσως η φιλία είπε ο Δασάρχης. Τίποτα φίλοι κυνηγοί έρχονται εδώ. Κανένα κρασάκι και ιστορίες για χαμηλοβλεπούσες πέρδικες, λαγούς της σκοπιμότητας κι οργισμένα αγριογούρουνα. Η φιλία των κοινών ενδιαφερόντων, της συντροφικότητας, των αποδράσεων της καθημερινότητας, της κοινοκτημοσύνης, της παρέας. Κι όπως όλες οι παρέες έχουν δίκτυα και κώδικες επικοινωνίας, ισχυρά σφυρηλατημένες σχέσεις στο χώρο και το χρόνο. Και όπως όλες οι αποδράσεις είναι παράνομες και αυθαίρετες.
Αυτή η καλύβα είναι δικό μου δημιούργημα και ασκώ το ιερό δικαίωμα της χρησικτησίας. Γιατί η ισχυρότερη μορφή ιδιοκτησίας είναι η χρησικτησία. Η ολοκληρωτική χρήση προέρχεται απ’ τη μοναξιά. Η μοναξιά μου την έκτισε την καλύβα. Η μοναχική μου ύπαρξη τη θεμελίωσε σε στέρεο υπέδαφος, με όλες τις προδιαγραφές της προαιώνιας στατικής μηχανικής. Γιατί η μοναξιά μου προϋπήρξε της μηχανικής, όχι τόσο σαν ανθρώπινο μειονέκτημα, όσο σαν το μέγα δημιουργικό πλεονέκτημα, επίκτητο και εξελικτικό. Την έδωσα σχήμα και όγκο μέσα απ’ την απέραντη καλαισθησία της αδεξιότητάς μου, ασκώντας την εφαρμοσμένη μαστορική αθωότητα των αποκλειστικά μοναχικών μου αισθήσεων. Είναι δική μου η καλύβα σας λέω. Όπως η μοναξιά μου που με ορίζει και την ορίζω. Μια καλύβα για τις σκέψεις μου. Μια καλύβα για την αγάπη μου. Μια καλύβα για το φεγγάρι, μια καλύβα για τον ήλιο, μια καλύβα για τον άνεμο, μια καλύβα για το χιονιά, μια καλύβα για το κρύο, μια καλύβα για τη ζέστη, μια καλύβα για το φως, μια καλύβα για το σκοτάδι, μια καλύβα για τη λησμονιά.
Η δική μου καλύβα, η καλύβα της μοναξιάς. Καμιά σχέση με τις σκήτες των μοναχών. Δεν είμαι αναχωρητής εγώ. Το σήμερα, το τώρα είναι ο στόχος. Στο ανταλακτήριο της ζωής δεν επενδύω σε σκοπιμότητες για ένα καλύτερο αύριο. Η μοναξιά μου η Βασιλεία των Ουρανών, η Βασιλεία του σύμπαντος, η Βασιλεία του μικρού, η Βασιλεία του ΠΑΘΟΥΣ, η μαγεία του ΛΑΘΟΥΣ.

   * Η μοναξιά δε μοιράζεται. Ωστόσο καλώ το φίλο μου το Νίκο σ' ένα μοναχικό ταξίδι. (ΒΑ.Μ) Βαϊκάλη - Μπαϊκονούρ ο ένας, αντίστροφα ο άλλος. Με τον Υπερσιβηρικό.


  Απο τη σονάτα του σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

   Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
 μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
 Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.


Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της
 

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Το υποσυνείδητο της Αριστεράς


            Ένας κατινοκαβγάς ήτανε, τίποτα παραπάνω.
   Σε μισώ είπε η Μνήμη. Ανανέωση με botox δε γίνεται μωρή! Κατάλαβέ το. Μια ξεφωνημένη τσούλα είσαι που βγήκες στο μεϊντάνι για να πουληθείς στο κεφάλαιο. Μου φτιασιδώνεσαι την αμφισβήτηση και ψαρεύεις στα θολά νερά της αναθεώρησης. Κάθε άποψη και μπαϊράκι, κάθε καρέκλα και κομματική συνιστώσα. Άντε να μου χαθείς! Οπορτουνίστικη μπουρζουαζία!
   Είσαι κομπλεξική και ανέραστη μόρφασε η Λήθη. Ένα σταλινικό απολίθωμα του περασμένου αιώνα είσαι. Μου κατσικώθηκες στ’ αριστερά και το παίζεις ηγέτιδα του εργατικού κινήματος. Ποιο εργατικό κίνημα και ποιοι εργάτες. Π.Α.ΜΕ σαν άλλοτε, στο παρελθόν το απώτερο, το απώτατο. Κάποτε ήσουν αντίσταση τώρα είσαι καθεστώς. Άϊ σιχτίρ και συ και το κόμμα σου και το σκουριασμένο μυαλό σου!
   Είστε ανάξιες κι οι δυο σας, ξέσπασε το υποσυνείδητο. Η μια συμπληρώνει την άλλη. Η Αριστερά πρέπει να λησμονήσει το πρόσωπο της αυταρχικότητας, της ακρότητας, της ολοκληρωτικής σκέψης. Από την άλλη, η Αριστερά πρέπει να έχει μνήμη, γιατί αυτή θα φωτίσει το δρόμο του αγώνα των ανθρώπων ενάντια στην εξουσία.
Σας το λέω εγώ το υποσυνείδητο, ως έδρα των ενστίκτων, των συγκινήσεων, της φαντασίας, της διαίσθησης, των παρορμήσεων, μα πάνω απ’ όλα της οργής. Μου είστε άχρηστες έτσι όπως ζείτε μέσα στην αντιπαλότητά σας. Με όπλο την οργή και ιδεολογία την επιθυμία θα προχωρήσω και όπου με βγάλει. Δεν έχω να χάσω τίποτα. Έτσι κι’ αλλιώς στο πάτο είμαι.
Ημέρα οργής λοιπόν, η κάθε μου μέρα.
Οργή για τον Τραπεζίτη που χρέωσε τη ζωή μου, οργή για τον Κυβερνήτη που μ’ αποκαλεί κοπρίτη. Οργή για το φιλήσυχο πολίτη που δεν ξέρει, δεν ακούει, δε βλέπει. Οργή για τον δημοκράτη του καναπέ που αφήνει τον νταβατζή να διαχειριστή την φτώχεια του, το αδιέξοδο του μέλλοντός του. Οργή για τον πολιτικάντη, τον συνδικαλιστή που αλλοτρίωσε τη συλλογική μας συνείδηση, που ευνούχισε το αντιστασιακό μας ένστικτο.
Οργή για τις πρέσβειρες καλής θελήσεως που σκυλεύουν τη δυστυχία μας, οργή για τους γεροσάτυρους εκπορνευτές καλλίγραμμων φαντασιώσεων. Οργή για τα συντρόφια της «σοσιαλιστικής διεθνούς» της καταπίεσής μας. Οργή για τα πτωματοφάγα όρνια της κοντής μας μνήμης και της βαθιάς μας λήθης, που καιροσκοπώντας βρίσκονται πάντα αυλοκόλακες των δυναστών μας.
Οργή τέλος για μένα που δεν μετουσίωσα το υποσυνείδητο σε συνείδηση. Μια συνείδηση που θα μας ανατρέπει από το κουτσοβόλεμα των αξιοπρεπών μειοψηφιών της αριστερής γωνίας. Μια συνείδηση που θα μετατρέπει τα πάμπερς ακράτειας των μελών των κεντρικών επιτροπών των κομμάτων της Αριστεράς, σε λάβαρα ξεσηκωμού, σε σημαίες επανάστασης.
   Η επαναστατική συνείδηση της Αριστεράς έχει όνομα. ΗΛΕΚΤΡΑ τη λεν του Ευριπίδη. Ούτε Αλέκα, ούτε Αλέκο, ούτε καν Αλέξη.

·        Αφιερώνεται στην Ηλέκτρα του Bill Kúderιs, που στη μορφή της βλέπω τους Έλληνες φοιτητές του Βερολίνου που γιουχάϊσαν τον ΓΑΠ, τους Έλληνες φοιτητές της Βαστίλλης που έκραξαν τον Αντιπρόεδρο.


Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Η συνωμοσία του κοφτού μακαρονιού ή αρνάκι Ελμπασάν, ό,τι προτιμάτε



  • Το Ελμπασάν είναι παραδοσιακή ελληνική συνταγή από την Καστοριά με γιαούρτι και αρνί.





         Μια ημέρα το καλοκαίρι του 2009

το παιδί μου αποφάσισε να φύγει απ’ το σπίτι. Προσπαθήσαμε να τον μεταπείσουμε χωρίς αποτέλεσμα. Από τότε δεν έχει εμφανιστεί ξανά. Ήταν καλό παιδί. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι συμμετείχε σε αυτές τις εγκληματικές ενέργειες.

Τα λόγια του πατέρα ενός εκ των νεαρών κατηγορουμένων για συμμετοχή στην οργάνωση «Συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς»


Εμμανουέλα Μπολάνο
(μητέρα του 24χρονου Νταμιάνο Μπολάνο, αλβανικής καταγωγής)

Και τα δύο παιδιά μου τελείωσαν το δημοτικό και γυμνάσιο στην Ελλάδα. Ο Δαμιανός πέρασε την πρώτη χρονιά στα ΤΕΙ Διοίκησης Επιχειρήσεων Λάρισας και επειδή δεν του άρεσε πέρασε τη δεύτερη χρονιά στα ΤΕΙ Χαλκίδας στη σχολή Μηχανολόγων.
Ήταν ένα παιδί ήσυχο, υπεύθυνο, ασχολείτο με το ποδόσφαιρο και τη μουσική. Με το ποδόσφαιρο μάλιστα είχε πάει στη Σουηδία. Από το Σεπτέμβριο του 2009 το κινητό του τηλέφωνο δεν απαντά



Με το που γεννήθηκε το μαντρί του Εμβέρ Χότζα βάρεσε διάλυση. Δεν πρόλαβε να βελάξει απ’ τη χαρά της ζωής, γιατί ήδη είχε λαχανιάσει απ’ την τρεχάλα προς τη γη της ευδαιμονίας.
Παράτησε τα λαμπερά ξέφωτα, τις δροσερές λαγκαδιές, τα μαγεμένα δάση (αυτά που αργότερα ο Μπερίσας αποχαρακτήρισε και ιδιο(τικο)ποήθηκε και βουρ για την Ελλάδα. Οι πυλώνες της ΔΕΗ, οι γραμμές του τραίνου, σίγουρος προορισμός για ένα αβέβαιο μέλλον.
Τον αγροφύλακα της Μεσοποταμίας Καστοριάς τον προαιώνιο διώκτη και εκμεταλλευτή του κατόρθωσε να τον ξεγελάσει με το τέχνασμα της κοκκινοσκουφίτσας.
Κάπου στα αυθαίρετα δουλεύανε οι δικοί του, νόμιμα μεγάλωνε.
Καμιά εικοσαριά χρόνια πέρασαν από τότε. Ένα κομμάτι κόπου και ιδρώτα χάθηκε στις πυραμίδες του Μπερίσα, αλλά εντάξει η πατρίδα έχει ανάπτυξη. Πολυώροφα ξενοδοχεία, διόδια στην υπό κατασκευή εθνική Τίρανα - Δυρράχειο, πολυκαταστήματα με είδη υγιεινής μαζί με νυφικά και κομμωτήρια στο Ελπασάν.
Αν δεν υπήρχε διεθνές ένταλμα σύλληψης ίσως να άνοιγε ένα βενζινάδικο στο Ελμπασάν ή ένα συνεργείο αυτοκινήτων στους Άγιους Σαράντα.
Πως τα φέρνει η μοίρα. Από αρνάκι Ελμπασάν έγινε Δαμιανός του Χαϊδαρίου και όχι των Αγίων Αναργύρων και να καταζητείται ως Νταμιάνο.
Εσύ Άγιε Δαμιανέ ανάργυρε, εσύ ο συνάδελφος ιατρός του επάργυρου Μπερίσα, βοήθα τον μην τον συλλάβουν. Εσείς Άγιοι Σαράντα κάντε το θαύμα σας να συλλάβουμε τους σαράντα κλέφτες και τον Αλί Μπαμπά.
Ω! των ανθρώπων Θεία μοίρα. Πώς τα κατάφερες να κάνεις τον Αλί Μπαμπά ή Μπεν Άλι δεν έχει σημασία, μέλος της σοσιαλιστικής διεθνούς, μαζί με τον δικό μας;
Ω! Θεά Αστάρτη των Φοινίκων και της Τηνυσίας πώς τα κατάφερες ένας πτυχιούχος άνεργος μικροπωλητής να πυρπολήσει μαζί με τον εαυτό του ολόκληρη την επικράτειά σου;
Ω! μεγάλε Φαραώ Ραμσή απάλλαξέ μας από τις φιλανθρωπίες της, τη σύζυγο του Δημοκρατικά εκλεγμένου δικτάτορα Μουμπάρακ, την πρέσβειρα καλής θελήσεως της Unesko, μαζί με τη δικιά μας.
Ω! μεγάλε Στρατηγέ των απόκληρων των καταφρονεμένων, γιε της Καλόγριας Γιώργη Καραίσκο, πάρε τα Σαράντα παλικάρια σου από τη Λεβαδιά και πετάξου μέχρι τα ακριβά ξενοδοχεία της Ακρόπολης για να διώξεις τους κατακτητές της Τρόϊκας και τους προσκυνημένους του μνημονίου.
Συντρόφισσα Αλέκα! Ένα γκρουπούσκουλο μπορεί να γίνει κίνημα, μια συνωμοσία επανάσταση, ένας κομμουνιστής δικτάτορας και αντιστρόφως.
Ω! μεγάλε Θεέ του έρωτα και της επανάστασης, του λάθους και του πάθους! Εσύ που το τρυφερό αρνάκι του Ελμπασάν, το σοταρισμένο με το γιαούρτι του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, με το κρεμμυδάκι της πατριδοκαπηλίας, το μετέτρεψες σ’ ένα πιανίστα θουρίων εξέγερσης. Εσύ που το κοφτό μακαρονάκι της δουλοπρέπειας και της υποταγής, το πονήρεψες και αποφεύγει τα μους της απαστράπτουσας ρυπαρότητας των φτασμένων σεφ της βλαχογκλαμουριάς μας, που το έχωσες στα με ανομολόγητους σκοπούς εκτιθέμενα μπούτια διαγωνιζόμενων και διαγκωνιζόμενων τηλεστάρ, πες μου!
Από πού ξεκινάει ο ξεσηκωμός;


Στον Παντέλο το φίλο μου





Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Μέρες γιορτών

Ταξίδεψα τη μοναξιά μου στην εθνική των εορτών. Κάθε τόσο κι ένας σταθμός διοδίων. Οι ευχές με το κιλό όπως και τα κοψίδια, οι ματιές τόσο θολές όπως το χύμα κρασί, η ελπίδα τόσο μακριά, στην άλλη άκρη του πολλαπλού μηνύματος.
  Απ΄τους παράδρομους λοιπόν ή δεν θα πληρώνω διόδια.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Ψύχος

Τον ξύπνησε τ΄αγκάλιασμά της. Τα παιδιά κοιμόταν ήσυχα στα κρεβάτια τους και το καλοριφέρ δούλευε κανονικά.... Τ΄αγκάλιασμά της η απειλή.
(Κάλιο πέντε κάρβουνα παρά σαράντα πρόβατα)

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Επικουρικός ρεβανσισμός

Βγαλμένη από νατουραλιστικό πίνακα του Βαν Γκόνγκ μια οπτασία μέσα στο νυμφοστολισμένο βαμβακοχώραφο του μπαμπά της. Το βαμβάκι, και το δέρμα της, το μόνο λευκό στην γκρίζα καθημερινότητα της. Από τη παγωνιά του πρωϊνού μέχρι και την παγωνιά του δειλινού στο χειμωνιάτικο κάμπο να μαζεύει βαμβάκι για να φτιάξει την προίκα της, τη δική της και των άλλων αδελφών της.
Σαν την ελπίδα του σύννεφου που θα φέρει τη βροχή για να την απαλλάξει από τη βαμβακοσυλλογή της φάνηκε το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από τον άνθρωπο της Δημόσιας Εταιρίας.
Με τα χρόνια το ένα και ογδόντα τόσα εκατοστά του ύψους της συμβιβάστηκαν με τα λιγότερα του συζύγου της. Ακόμα και η αρχικά εμφανής διαφορά ηλικίας μειώθηκε. Αγόρασαν διαμέρισμα στην πόλη με δύο υπνοδωμάτια, κρεβατοκάμαρα, λουτροκαμπινέ και χώλ. Του πήρε κι’ ένα βαμβακερό κιμονό για τα Κυριακάτικα πρωϊνά τότε που επέστρεφε στο σπίτι του από τη δουλειά του στην επαρχία. Ένα σεξουαλικό βοήθημα ήτανε για να κάνει τα πράγματα πιο εύκολα στο κρεβάτι και τα σουτζουκάκια στον ατμό η κατάλληλη αφορμή για να δραπετεύει από την κρεβατοκάμαρα.
Συναισθηματικά ακολούθησε όλη την πορεία της Αριστεράς. Από την μετεμφυλιωτική ήττα, στον ιστορικό συμβιβασμό έως το σοσιαλδημοκρατικό ενδοτισμό. Εδώ προτίμησε να παραδώσει το κορμί της για να γλιτώσει από τα χωράφια, θα έμενε σταθερή στα αριστερά ιδανικά της; Οι πλασματικές υπερωρίες της Δημόσιας Εταιρίας και η διαχείριση υλικού όπου έγινε τμηματάρχης ο σύζυγός της και τον ψήλωσαν και τον έκαναν εξυπνότερο.
Την ικανότητά του και το ηθικό του ανάστημα εξήρε και ο εκπρόσωπος του κλαδικού σωματείου στον επικήδειό του. Δεν παρέλειψε την αναγκαιότητα να αγωνιστούν για το δικαίωμα του διορισμού των απογόνων των συναδέλφων στην Επιχείρηση καθώς κοίταξε την Ηλεκτρολόγο Μηχανικό, εγγονή του εκλειπόντος. Και όχι άλλες περικοπές στις συντάξεις χηρείας
Δώρισε τ’ αφόρετα ψηλοτάκουνα παπούτσια της και γύρισε στα βαμβακοχώραφα του χωριού της. Στις αρχές κάθε μήνα φοράει το βαμβακερό κιμονό για να εισπράξει τη σύνταξη χηρείας και να πληρώσει το συνταξιοδοτικό ταμείο της άνεργης εγγονής της. Και την κύρια και την επικουρική εισφορά.
Αν η βαμβακοσυλλεκτική μηχανή έφτανε στο χωριό πιο νωρίς, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα. Θα ήταν; Τώρα το ξέρει καλά. Όλα σ’ αυτό τον κόσμο ένα πάρε-φώσε είναι. Το λέει αυτή που δεν κόλλησε ούτε ένα ένσημο, αυτή που δεν εισέφερε καμία υπεραξία, αυτή που δεν ενίσχυσε κανένα Ταμείο.
Έδωσε όμως. Όπως παραδίδουν οι αγρότες το βαμβάκι στο εκκοκκιστήριο. Πούλησε τον εαυτό της σύσπορο, κορμί και καρδιά μαζί.
Τώρα το ξέρει καλά. Το μπόϊ δεν μετριέται με εκατοστά. Η πράξη μετράει, η αντίσταση, ο αγώνας. Χεσμένο το ‘χει το Ταμείο και το Επικουρικό του.
Ζωή χωρίς έρωτα, κιμονό χωρίς περιεχόμενο, ταμείο χωρίς αποθεματικό, προλεταριάτο χωρίς επανάσταση, καπιταλισμός χωρίς κατανάλωση, κεφάλαιο χωρίς επένδυση, δίπλωμα χωρίς δουλειά, σουτζουκάκια χωρίς ατμό.
Σουτζουκάκια χωρίς ατμό. Αυτός είναι ο ορισμός της για την εργατική τάξη. Μια εργατική τάξη που υποκλίνεται στους αφεντάδες της, που ψάχνει απεγνωσμένα να πουλήσει τη ψυχή της για ένα μισθουλάκο, για ένα άθλιο μεροκάματο, για ένα πετσοκομένο επικουρικό βοήθημα. Ας βάλουν μαϊντανούς και τα κέρατά τους, όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες τηλεσέφ της ηλιθιοκαταναλωτικής μας βουλιμίας, ας ρίξουν μπαχάρια και καρικεύματα, όλοι αυτοί οι περισπούδαστοι αναλυτές της οικονομικής μας καχεξίας, ας ανακατέψουν κρέατα και λίπη όλα τα σαρκοβόρα των ινστιτούτων μελέτης των παγκοσμιοποιημένων αγορών, σουτζουκάκια χωρίς ατμό δε γίνονται.
Το καζάνι της οργής βράζει κανονικά, η πίεση όλο και μεγαλώνει, ήρθε η ώρα της έκρηξης. Μια έκρηξη που θα γεμίσει με κινητήριο ατμό, όλα τα κοινωνικά στρώματα του συμβιβασμού, της ιδώτευσης, της αλλοτροίωσης, του επικουρικού βοηθήματος.
Ήρθε η ώρα να πετάξει το κιμονό, να πάρει την αντάρτικη χλαίνη και να πάρει τη ρεβάνς για τη μάχη που δεν έδωσε, για τον έρωτα που έχασε.
Αποθανέτω η σύνταξή μου μετά των ομολόγων κουφάλες.
Στα μέρη μας, τα όμαρφα κορίτσια, ξοδεύουν την προίκα τους στα φροντιστήρια. Ζωγραφίζουν τον έρωτα στο πρόχειρο τετράδιο της χημείας, στο κεφάλαιο ετεροπολικός δεσμός.
Στα μέρη μας, τα όμορφα κορίτσια, κουβαλάνε τα σουτζουκάκια που έψησε η μαμά τους στον ατμό, στο φοιτητικό τους δωμάτιο μαζί με τα όνειρά τους, σε τάπερ.
Στα μέρη μας, τα όμορφα κορίτσια, κρατούν τη παρθενιά τους σαν επένδυση ευρωομολόγου, με υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου.
Στα μέρη μας γεννιούνται όλο και πιο όμαρφα κορίτσια. Στα βαμβακοχώραφα φυτρώνουν ανεμώνες. Αυξάνονται τα χέρσα, πληθαίνουν οι παπαρούνες. Είναι σίγουρο θάρθει κι ο έρωτας. Έστω κι αν άργησε και μια και δυο γενιές. Θα πάρει τη ρεβάνς για ένα παιχνίδι που έχασε στα χαρτιά, για ένα αγώνα που δεν έδωσε.
 
 
Στ΄αστεία παίζαμε
Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ΄το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείκτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; που θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;
Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
κλέφτες
Στα ψέματα παίζαμε
                             Μανώλης Αναγνωστάκης