Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ειρηνική διαδήλωση ή λιτάνευση της ηλιθιότητας; (Los Malakoueros Βάρα)


Κάπου τον έχω ξαναδεί αυτόν το τύπο. Αυτόν που βρέθηκε να κοιμάται σε μια πλατεία της Λισαβόνα, σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία και πάσχων από λαρυγγίτιδα α΄ βαθμού, γιατί τραγούδησε 33 φορές τον Εθνικό ύμνο και σ’ όλα τα ενδιάμεσα διαστήματα δεν έπαψε να κραυγάζει «Οοώ Εεέ Όλη η Ευρώπη είναι μπλε».
Τα λεφτουδάκια από τη διαφήμιση της χορηγού τράπεζας τέλειωσαν. Και κάτι άλλα που κονόμαγε κολλώντας αφίσες για τα πάρτυ της φοιτητικής νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας (ΔΑΠ – ΝΔΦΚ), με την λαϊκή αοιδό Καίτη Γαρμπή, τέλειωσαν κι’ αυτά. Δεν εκμεταλλεύτηκε και την επανίδρυση του κράτους, να γίνει συμβασιούχος και το μόνο που του ‘μεινε ένα ψιλοκουσουράκι στο κράξιμο. Εκεί ακριβώς που χρειάζονται τα μπάσα.
Του πήρε χρόνο για να καταλάβει ότι η γκόμενα δεν τον παράτησε επειδή η φωνή του από μπάσα αρρενωπή, έγινε πρίμα μπαλαρίνα, αλλά γιατί θόλωσε η εικόνα high style που είχε γι’ αυτόν. Εξ’ άλλου αυτός κράτησε ευλαβικά τη συμβουλή του πατέρα του. Ούτε κομμουνιστής ούτε πούστης. Πατριώτης τρανός, όσο για το «τιμημένο», το σήκωνε ακόμα. (Θυμίζω το άλλο σύνθημα «Σήκωσέ το, το τιμημένο, δε μπορώ δε μπορώ να περιμένω»).
Με την ίδια σημαία, με τα ίδια μυαλά, σαφώς λιγότερα μαλλιά και με κάτι ψηλά από τη σύνταξη της μανούλας του, κάνει περαντζάδα στο Λευκό Πύργο.
Δεν είναι αγανακτισμένος, κανένα αγανακτισμένο γκομενάκι ψάχνει, με τις ευλογίες του Άνθιμου βέβαια. Ο φόβος του είναι μη τον καπελώσουν οι κομμουνιστές. Ο τρόμος του, μην παρασυρθεί και αρχίσει να κραυγάζει με την τσιριχτή του φωνούλα «κλέφτες … κλέφτες». Και η αγωνία του, μη τον κυριεύσει ποτέ η λανθάνουσα απελπισία του.
Γιατί ο απελπισμένος είναι ηττημένος. Ο αγανακτισμένος δεν εκδηλώνεται ειρηνικά και η εξέγερση θέλει μπάσα φωνή και σιδερένια α…..ια._


Εάν το να πιστεύεις και να αγαπάς την πατρίδα σου ονομάζεται απ’ αυτούς «εθνικισμός», τότε είμαι ο πρώτος που θα πω ότι ό,τι καλλίτερο, υψηλότερο και ωραιότερο γνώρισα στη ζωή μου, είναι αυτή η μικρή πατρίδα μου, η τωρινή, η χθεσινή, η αιώνια.
(Μίκης Θεοδωράκης)

Από το blog “7 σε παίρνει Αριστερά…..
Όχι, δε μπορούσα να με δω εκεί. Πώς θα μπορούσα να με φανταστώ μέσα στο πατριωτικό ντελίριο και τον ιστορικό συμπλεγματισμό; Μέσα στις politically correct επικλήσεις στον αυτοσεβασμό;
Και όταν θάμαι εκεί θα είμαι παρέα με την ιδεολογία μου. Γιατί ξέρεις, η ιδεολογία δεν είναι αξεσουάρ που το αφήνεις σπίτι όταν δεν ταιριάζει στο ντρεςς κόουντ της εκδήλωσης. Και θάμαι εκεί με την οργή μου, το στρεβλωμένο μου μυαλό και τη συγχωρεμένη μου αυτοσυγκράτηση. Και θάμαι εκεί με τη μάσκα μου, με την πέτρα, το μπουκάλι, τη βαριοπούλα και όποιο διαθέσιμο μέσο βρεθεί. Όχι γιατί είμαι ατρόμητη ή γενναία αλλά ακριβώς γιατί φοβάμαι. Γιατί μετρώ το φόβο μου σε κάθε ρυτίδα έκφρασης σε κάθε πετάρισμα των βλεφάρων. Και αυτό το φόβο δε θέλω να τον συμμεριστούν. Θέλω να τον φοβηθούν. Ξέρεις, τα σκυλιά όταν φοβούνται ή το βάζουν στα πόδια ή ανοίγουν τα πόδια ή ορμάνε και δαγκώνουν. Και αν θάμαι εκεί δε θάμαι για «να είμαι και εγώ εκεί» αλλά θα είναι για να μη φύγω. Όχι για να μη χάσω το ραντεβού με την ιστορία, όχι για μια αράδα στο βιογραφικό, όχι για να μη μετανοιώσω που έχασα το ιβέντ. Όχι για τη βάρδια πριν και μετά τη δουλειά αλλά ακριβώς για την ώρα της δουλειάς.

Από τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης η Φωτεινή Τσαλίκογλου καθηγήτρια της Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο…..
….Πήγα στο Σύνταγμα να ζήσω αυτό που ζητούν οι άλλοι. Πολλές φορές το νοσταλγώ να ξανά ήμουν νέος και μαζί με τους νέους να βγω να μιλήσω…..


Οι μέρες τρελαίνουν τα πουλιά
οι νύχτες αναποδογυρίζουν τα κορίτσια
ώσπου ανεβαίνει η σελήνη κατακόκκινη,
σαν την ανάμνηση μιας ηλικίας που δεν θα ξανάρθει.
Τάσος Λειβαδίτης



Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Ο υπνόσακος της πλατείας Συντάγματος (Μια πρόταση για διακοπές ή για αντίσταση)


Οι σκουριασμένοι τενεκέδες, αγχωτικά στηριγμένοι στις τρύπες των τούβλων, του προσήλιου τοίχου του αχυρώνα, αδιάψευστη απόδειξη μιας άλλοτε πολυπληθούς και ακμάζουσας κοινωνίας.
Κιτρινάδι είπε η γιαγιά.
Η πανούκλα των περιστεριών εξήγησε η μαμά.
Ο Παλιούρης την έσωσε, ο γενάρχης του περιστερώνα, να θρηνεί γουργουρίζοντας το χαμό όλων των απογόνων του.
Θρήνος; Ίσως ερωτικό κάλεσμα. Ποιος μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα των περιστεριών; Γιατί μέσα απ’ τους τενεκέδες ίσα που ξεπρόβαλε η Παλγαλατσίτσα, μαζοχιστικά αδύναμη, σαδιστικά μόνη, αναγκαία απαραίτητη δια τη διάσωση της γενιάς.
Αναθεματισμένε, βλαστήμισε η γιαγιά. Ίσως να την ενόχλησε το γουργούρισμα, που της στέρησε το μεσημεριανό ύπνο. Πιο πολύ όμως την ενόχλησε η έλλειψη έκφρασης πένθους.
  • Εδώ χάθηκε όλη η γενιά του και αυτός το νου του στο θηλυκό.
Πόσο νου να έχει ένας γούτος; Δεν είναι η μνήμη, γιατί τα περιστέρια θυμούνται. Ίσως ένα ιδιότυπο αλτσχάϊμερ των περιστεριών και των ανθρώπων σκέφτηκε και έφερε στο μυαλό της εκείνο το χαμένο παππού με την άρρωστη σεξουαλική επιθετικότητα.
  • Τον βρωμιάρη, θα τη ξεπαστρέψει τη καϋμένη τη περιστέρα, θύμωσε η μαμά.
Κοίταξε πως τη τσιμπάει; Ένας βιαστής της δισέγγονής του είναι. Χαλάσανε και τα περιστέρια στις μέρες μας!
  • Δεν έχει εναλλακτική επενέβη ο πατέρας. Πρέπει να κρατήσει η γενιά.
Αυτή η αίσθηση του χρέους, τα αταλάντευτα «πρέπει», οι αναγκαστικοί
μονόδρομοι, οι εκβιαστικές συναινέσεις, αδρανοποιούν τα «θέλω», οπισθοδρομούν την εξέλιξη, παγιώνουν τη μιζέρια.
Συμφωνώ σύντροφοι. Τίποτα δε γεννιέται με παρθενογένεση. Ο Μαρξ πάτησε στο Δαρβίνο, ο Σεφέρης στον Έλιοτ, ο κομμουνισμός στη διχταχτορία του προλεταριάτου. Όμως μη περιμένετε να ολοκληρωθεί η ταξική συνείδηση σ’ όλη την οικουμένη για να ανατραπούν οι τράπεζες, ούτε η αντιστασιακή κουλτούρα της καμαριέρας να αποτρέψει την ασέλγεια του βιαστή της, που στο κάτω – κάτω είναι και κάποιας ηλικίας. Η Παλγαλατσίτσα το διαισθάνθηκε. Τι μπορεί να κάνει ο Παλιούρης; Τζούφιος είναι. Αφού δε μπορώ να το αποτρέψω, ας το εκμεταλλευτώ.
Μπορεί οι πολιτικοποιημένοι και οι απολιτίκ διαμαρτυρόμενοι των πλατειών να λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης της οργής των λαών και να μένουμε στα ίδια. Το ζήτημα είναι ότι το καζάνι είναι σάπιο και το σίγουρο είναι ότι θα σκάσει. Οι συνθήκες γέννησης ενός νέου σύμπαντος είναι ώριμες. Το μπινκ μπανκ θα γίνει, λίγο πριν λίγο μετά δεν έχει σημασία. Μετά την έκρηξη βλέπουμε.
Κανένα χρέος δεν αποσβέστηκε, απλά διαγράφηκε. Καμιά αλλαγή χωρίς ανατροπή. Καμιά επανάσταση με καταγεγραμμένες πλειοψηφίες. Κανένας ξεσηκωμός με ολοκληρωμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και ξεκάθαρο στρατηγικό στόχο. Εγκαταλείπω το καναπέ και ό,τι ήθελε προκύψει.
Γιατί ο καναπές ξεχαρβαλώθηκε, ο περιστερώνας ερήμωσε, ο Παλιούρης δεν είναι γόνιμος και προπάντων δεν είναι ερωτεύσιμος.
Το αποτσίγαρο της γενετήσιας πράξης θα πυροδοτήσει το καζάνι. Και ποιος ξέρει συντρόφια; Η κάμπια θα γίνει πεταλούδα, το κοράκι αητός, το περιστέρι Άγιο Πνεύμα, η επανάσταση έρωτας και ο έρωτας επανάσταση._




Ωστόσο – ποιος ξέρει – ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα,
ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του κόσμου.
Γιάννης Ρίτσος – Ελένη.


Εμπρός στης προσδοκίας το κατώφλι
περάσαμε τα νιάτα μας ορθοί
ενώ ήτανε μέσα μας το θάμα
που τόσο λαχταρούσαμε να 'ρθει.
                                     Κώστας Ουράνης


Περπατώ σε μια έρημο απόλυτη.
Εάν μου φανεί ότι άκουσα κελαηδισμό πουλιού
ας μου λέει η λογική ότι παραφέρομαι, εγώ νιώθω υποχρεωμένη
να ετοιμάσω σ' αυτό το πουλί ένα δέντρο.
                                                          Κική Δημουλά

Πιάσε το πρέπει απ' το ιώτα
και γδάρε το ίσαμε το πι
                                       (Ελύτης)

       Στον φίλο μου το Θωμά,
τον οργανωτικό, τον ορθολογιστή,
τον εντός χρόνου και κλίματος,
τον "επί τον τύπον των ήλων".
    Και στον άλλο Θωμά,
τον "μέσα σ' 'ολα",
του "ό,τι βρέξει ας κατεβάσει",
του "να πάει να γ@.....θεί."

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Αυθαίρετος οικιστής (Ένα παραμύθι για τον πλουραλισμό της μοναξιάς)


Λίγο πιο κάτω απ’ το γαλανό τ’ ουρανού, οι μακρινές ήρεμες χιονισμένες κορυφές. Μια ευδιάκριτη ομίχλη σκεπάζει τη διολισθαίνουσα μακαριότητα των αειθαλών δένδρων της βουνοπλαγιάς. Το βιαστικό ρυάκι να μαζεύει τη λειωμένη σκληρότητα των αφιλόξενων απόσκιων που αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν την προνοιακή αποθεματικότητα των πάγων. Μπροστά μας η συμπλεγματική κατωτερότητα των θάμνων σε συνωμοτική μαζικότητα, να προφυλάσει ένοχα μυστικά και να διαστρεβλώνει ακανθώδεις αλήθειες. Και στο βάθος, εκ θεμελίων διακριτική, αναγκαία απαραίτητη, η καλύβα. Με τις έμπειρες σανίδες της, το προσήλιο παράθυρο, την οικειότατη πόρτα της, τη καλοσχηματισμένη στέγη της, τη φιλόξενη καμινάδα της.
Αυτήν ακριβώς την καλύβα συνέλαβε ο δορυφόρος της Google. Μια αυθαίρετη καλύβα σε δημόσια έκταση.
Να επιβάλλουμε πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης είπε ο πολεοδόμος.
Να το εισπράξουμε από ποιον αναρωτήθηκε ο έφορος.
Να την απαλλοτριώσουμε για να κάνουμε κανένα τσιμπουσάκι, έκλεισε πονηρά το μάτι ο δασάρχης.
Συγνώμη, είπε το παιδί καθώς σέρβιρε το espresso του έφορα. Σαν πίνακας ζωγραφικής μου φαίνεται. Το πιο συνηθισμένο σε ένα νατουραλιστικό πίνακα είναι να έχει μια καλύβα. Με διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης από το πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας ήρθα σας λέω.
Αχ! Να είσαι με τον καλό σου εκεί αναστέναξε η γραμματεύς της επιτροπής καταγραφής και διαχείρισης αυθαιρέτων. Να μαζεύουμε φρούτα του δάσους, μαγικά μανιτάρια, άγρια χόρτα, γλυκοπατάτες και τόσα άλλα.
Βρούβες, άγριες τσουκνίδες για καμιά τσουκνιδόπιτα, αμπαρόριζα για να μην ανεβάζω πίεση, τίποτε άγριες αγκινάρες για αλοιφές εντριβής! Άσε μας καλή μου!
Πάντα πεζός και ισοπεδωτικός κύριε έφορά μου, αντέτεινε η γραμματεύς. Ο έρωτας δεν έχει ανάγκη τα τετραγωνικά, δεν χρειάζεται τοιχεία αντιστήριξης, κουφώματα ασφαλείας, μπαζωμένες βεράντες, ατελέσφορους ημιυπαίθριους. Είναι ολιγαρκής και αυτάρκης. Ένα χαμόγελο ο φωτισμός του, ένα χάδι η ενεργειακή του επάρκεια.
Ο έρωτας την έφτιαξε την καλύβα.
Ίσως η φιλία είπε ο Δασάρχης. Τίποτα φίλοι κυνηγοί έρχονται εδώ. Κανένα κρασάκι και ιστορίες για χαμηλοβλεπούσες πέρδικες, λαγούς της σκοπιμότητας κι οργισμένα αγριογούρουνα. Η φιλία των κοινών ενδιαφερόντων, της συντροφικότητας, των αποδράσεων της καθημερινότητας, της κοινοκτημοσύνης, της παρέας. Κι όπως όλες οι παρέες έχουν δίκτυα και κώδικες επικοινωνίας, ισχυρά σφυρηλατημένες σχέσεις στο χώρο και το χρόνο. Και όπως όλες οι αποδράσεις είναι παράνομες και αυθαίρετες.
Αυτή η καλύβα είναι δικό μου δημιούργημα και ασκώ το ιερό δικαίωμα της χρησικτησίας. Γιατί η ισχυρότερη μορφή ιδιοκτησίας είναι η χρησικτησία. Η ολοκληρωτική χρήση προέρχεται απ’ τη μοναξιά. Η μοναξιά μου την έκτισε την καλύβα. Η μοναχική μου ύπαρξη τη θεμελίωσε σε στέρεο υπέδαφος, με όλες τις προδιαγραφές της προαιώνιας στατικής μηχανικής. Γιατί η μοναξιά μου προϋπήρξε της μηχανικής, όχι τόσο σαν ανθρώπινο μειονέκτημα, όσο σαν το μέγα δημιουργικό πλεονέκτημα, επίκτητο και εξελικτικό. Την έδωσα σχήμα και όγκο μέσα απ’ την απέραντη καλαισθησία της αδεξιότητάς μου, ασκώντας την εφαρμοσμένη μαστορική αθωότητα των αποκλειστικά μοναχικών μου αισθήσεων. Είναι δική μου η καλύβα σας λέω. Όπως η μοναξιά μου που με ορίζει και την ορίζω. Μια καλύβα για τις σκέψεις μου. Μια καλύβα για την αγάπη μου. Μια καλύβα για το φεγγάρι, μια καλύβα για τον ήλιο, μια καλύβα για τον άνεμο, μια καλύβα για το χιονιά, μια καλύβα για το κρύο, μια καλύβα για τη ζέστη, μια καλύβα για το φως, μια καλύβα για το σκοτάδι, μια καλύβα για τη λησμονιά.
Η δική μου καλύβα, η καλύβα της μοναξιάς. Καμιά σχέση με τις σκήτες των μοναχών. Δεν είμαι αναχωρητής εγώ. Το σήμερα, το τώρα είναι ο στόχος. Στο ανταλακτήριο της ζωής δεν επενδύω σε σκοπιμότητες για ένα καλύτερο αύριο. Η μοναξιά μου η Βασιλεία των Ουρανών, η Βασιλεία του σύμπαντος, η Βασιλεία του μικρού, η Βασιλεία του ΠΑΘΟΥΣ, η μαγεία του ΛΑΘΟΥΣ.

   * Η μοναξιά δε μοιράζεται. Ωστόσο καλώ το φίλο μου το Νίκο σ' ένα μοναχικό ταξίδι. (ΒΑ.Μ) Βαϊκάλη - Μπαϊκονούρ ο ένας, αντίστροφα ο άλλος. Με τον Υπερσιβηρικό.


  Απο τη σονάτα του σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

   Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
 μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
 Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.


Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της