Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Λασπόλουτρα κι αφρόλουτρα, για πονεμένα μέλη κι ακάθαρτες ψυχές.


   Καμαρωτή – καμαρωτή, με το σκουφάκι της, τα προγούλια της και τα 99 κιλά της να ξεχειλίζουν από το ολόσωμο μαγιό της, η θεία Βηθλεέμ στέκεται μέσα στον κλωβό που θα την αποθέσει στο λασπόλακκο των ιαματικών λουτρών Κρινηίδων Καβάλας. Αν δεν ήταν αυτοί οι πόνοι στις αρθρώσεις, θα πήγαινε να προσκυνήσει τα μέρη του ονόματός της και να ζητήσει άφεση των αμαρτιών της για τα τόσα αναθέματα που έριξε στο νονό της.
Πρόσφυγες οι γονείς της, κατέληξαν στα μέρη της Δράμας και συνέχισαν να φτιάχνουν παιδιά. Το ενδέκατο από τα δώδεκα η Βηθλεέμ. Ήδη ο νονός της, εξάντλησε τα ονόματα που γνώριζε από την Ελληνική μυθολογία και επικαλέστηκε την Εβραϊκή αρωγή για τη δημιουργία της μεγάλης Ελλάδας.
Βηθλεέμ θα το πούμε το παιδί κουμπάρε, έτσι όπως του ‘ρθε η φλασιά του ομώνυμου άστρου, ανάμεσα στο πέμπτο και έκτο ποτηράκι Δραμινής γράπας.
Το σχολειό το παράτησε πριν το αρχίσει η μικρή Βηθλεέμ, όταν έφαγε αμέτρητες δυνατές ξυλιές από το δάσκαλό της γιατί έγραψε το πρώτο έψιλον του ονόματός της με ανάποδη φορά.
Πλάτη με πλάτη τα έβαλες τα έψιλον μωρή, ξέσπασε ο δάσκαλος καθώς θυμήθηκε τη γυναίκα του.
   Δεν ήταν η φτώχεια. Αυτή δεν την καταλάβαινε. Δεν ήταν η σκληρή δουλειά, στα όρια των παιδικών αντοχών της. Αυτό το επαναλαμβανόμενο εε.. επικράτησε και δολοφόνησε όλα τ’ άλλα γράμματα του ονόματός της. Και κοντά σ’ αυτά η μητρική αγάπη, ο πατρικός προστατευτισμός, η αδελφική αλληλεγγύη. Αυτό το εε... , ιαχή προσταγής, περιφρόνησης επίκρισης, τιμωρίας.
   Το ότι μεγάλωσε το κατάλαβε από το πρώτο διαφορετικό εε.. που άκουσε. Κάτι σαν ψίθυρος επίκλησης, σαν παρασύνθημα αποδοχής της ανθρώπινης ύπαρξής της. Το εε... μεταλλάχθηκε . Έγινε κάλεσμα ερωτικό, επιφώνημα θαυμασμού. Ναι ήταν ωραία και το ήξερε. Εκείνο που δεν ήξερε και δεν κατάλαβε ποτέ στη ζωή της, ήταν ότι πάντα υπήρξε το θύμα. Ο πρώτος και μοναδικός έρωτας της ζωής της, την πρόδωσε. Όχι γιατί ήταν φτωχή, ούτε γιατί ήταν από παρακατιανή οικογένεια. Απλά ήταν δεδομένη. Μια εύκολη κατάκτηση, μια πασιφανής υποταγή, μια ανύπαρκτη βούληση, ένα ευτελές τρόπαιο.
   Εξάντλησε τις αντοχές της στο να υπερασπίζεται τον αδιέξοδο έρωτά της. Το ναι δεν ήταν τόσο για τον Τάκη, όσο για την φυγή της στη Γερμανία.
Στη Γερμανία ρε συ, με Εβραϊκό όνομα; Μέχρι και ο Τάκης το κατάλαβε. Έτσι το Βηθλεέμ, έγινε Φούλα και το ανάποδο ε, στοιχείο της υπογραφής της. Να δεις που σιγά – σιγά άρχισε να ξεθωριάζει στο μυαλό της η εικόνα της βέργας του δάσκαλου. Σαν τους σκύλους του Παβλώφ, που στο άκουσμα του κουδουνιού ούρλιαζαν γιατί τους περίμενε το ξύλο, ενώ μετά από καιρό στο ίδιο άκουσμα, τους έτρεχαν τα σάλια γιατί θα έτρωγαν φαγητό, έτσι και η Φούλα άρχισε να συμπαθεί το ανάποδο ε, γιατί το συνέδεε με την καταβολή του μηνιάτικου.
Αγκαλιά με την πρέσα του στεγανοκαθαριστήριου, μέσα στην οσμή της βενζίνης, έχανε την ικανότητά της στο διαχωρισμό των αρωμάτων. Η ευθύνη βέβαια γι’ αυτή τη διαφαινόμενη ανικανότητά της, μοιράζεται αναλογικά και σ’ άλλες αιτίες.
Για το δικό της συναισθηματικό κόσμο, ο Τάκης ήταν άχρους και άοσμος. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη του έπλενε τις φόρμες της δουλειάς του, κάθε δεύτερη Κυριακή όποτε είχαν ρεπό και επιτρέποντος του βιολογικού της κύκλου, κάνανε έρωτα. Και το τελευταίο Σαββατόβραδο κάθε μήνα, πήγαινε σε μια Ελληνική ταβέρνα για να ακούσει Καζαντζίδη, πίνοντας Γερμανική μπύρα σε ρετσινοπότηρα.
   Το γεγονός ότι δεν έκανε παιδιά μπορεί και να οφείλεται σ’ αυτή καθ’ αυτή τη συχνότητα της σεξουαλικής συνεύρεσης, σε συνδυασμό με την παντελή ανυπαρξία πάθους. Ούτε και η ίδια τολμά να το παραδεχτεί. Θυμώνει όμως μ’ αυτούς τους ξερακιανούς γυναικολόγους, οικολόγους και όλους τους εις –λόγους, όταν ισχυρίζονται ότι ευθύνεται το εργασιακό περιβάλλον. Τη βενζίνη και τα χημικά του στεγνοκαθαριστηρίου ούτε που τα μυρίζονταν. Όσο για τον Τάκη; Ταύρος σωστός με τα τριχωτά του μπράτσα, το γούνινο στέρνο του, το τεράστιο σβέρκο του. Σωστή μονάδα παραγωγής ανδρικής τεστοστερόνης. Ο ορισμός της ανδρικής αναπαραγωγικότητας. Κουραζότανε βέβαια δουλεύοντας σκληρά στο εργοστάσιο παραγωγής πίσσας, αλλά δεν είχε ανάγκη αυτός.
Οι ανάγκες ήταν άλλες όμως. Από την πρωταρχική αξία της επιβίωσης, πέρασε στη διαδικασία της προσαρμογής. Οι Γερμανοί είναι πολιτισμένος λαός. Το διαπίστωνε βλέποντας την τάξη, την καθαριότητα, τον σεβασμό στους νόμους. Μέχρι και το χαλασμένο της δόντι την υποχρέωσαν να σφραγίσει πριν την κάνουν δεκτή στη χώρα τους. Και το αφεντικό της όλο για κάτι Αρχαίους της έλεγε. Μάλλον καλά λόγια, γιατί σαν να πειραζόταν η διπλανή της η Τουρκάλα που καταλάβαινε καλά τα γερμανικά. Τώρα τί τους θέλανε τους βρωμότουρκους στο καθαριστήριο;  Δεν είχε τίποτε εναντίον των Τούρκων, αλλά τους νόμιζε για εχθρούς κι ας κάνανε τις ίδιες δουλειές.
   Όχι πως ήτανε τίποτα θρησκευόμενη η Φούλα. Απλά κάποιες Κυριακάτικα πρωινά όταν ένοιωθε δισβάσταχτη μοναξιά πήγαινε στην Ευαγγελική Εκκλησία της πόλης, έτσι για να ακούσει κάποιους ανθρώπους να μιλάνε τη γλώσσα της, να μάθει κανένα νέο για την πατρίδα της. Αυτό το αμυδρό ενδιαφέρον, για ό,τι άφησε εξελίχθηκε σε νοσταλγία. Το συναισθηματικό κενό που της άφησε η απόρριψη άρχισε να καλύπτεται από ένα άλλο συναισθηματισμό, αυτόν της αποστολής, του χρέους. Άρχισε να συνδυάζει τις εικόνες των Αγίων με τα κηρύγματα του παπά για την  θρησκεία και την πατρίδα. Για ένα χρέος δεν σκοτώθηκε ο Λεωνίδας, για μια μεγάλη Ελλάδα δεν αγωνίστηκε ο Μεγαλέξανδρος, για την πίστη του δεν μαρτύρησε ο Αη Δημήτρης; Ακόμα και η ίδια η Παναγιά, μια αποστολή είχε. Να φέρει στον κόσμο το Χριστό. Εξοπλίστηκε με επιμονή και εγκαρτέρηση η Φούλα.
Στο συρτάρι το κομπόδεμα με τα μάρκα, στο άλλο ένα υφασμάτινο σακκουλάκι με γυάλινους πολύχρωμους βώλους και στα ράφια κούκλες με όλων των ειδών τους φιόγκους στα κατάξανθα μαλλιά τους.
Ούτε οι αναρίθμητοι βώλοι, ούτε οι πολυάριθμοι φιόγκοι έφτασαν, όταν ένας μικρός στρατός από τα πολυάριθμα ανίψια της όρμισαν στο πορτ_μπαγκάζ του απαστράπτοντος μερσεντέζ αυτοκινήτου τους. Πόσο άλλαξαν τα πράγματα! Το διαπίστωνε στα βλέμματα των συγχωριανών της, όταν ο Τάκης πάρκαρε το μερσεντέζ έξω από την Εκκλησία, όταν άνοιξε το γερμανικό πορτοφόλι της και άφησε τα κέρματα στο παγκάρι με τα κεριά, όταν έκανε αέρα με την πολύχρωμη γερμανική βεντάγια της, στη υπέργηρη χήρα του μακρινού συγγενή της στο ετήσιο μνημόσυνό του. Μόνο η ματιά της μεγάλης αδελφής της δεν άλλαξε, ίδια επικριτική όπως πάντα. Δεν τον αγαπάς τον Τάκη, γι’ αυτό δεν κάνετε παιδιά της ψιθύρισε μ’ ανάκατο τόνο επίπληξης και συμπόνιας.
Από καλοκαίρι σε καλοκαίρι η Φούλα μεταλλασόταν διαρκώς προς τα κύρια χαρακτηριστικά της αρίας φυλής. Το δέρμα της όλο και πιο άσπρο, με τις γυμνές επιφάνειες των μπράτσων και του μπούστου, να φωσφορίζουν από την υπερβολική χρήση της γερμανικής Nivea. Η ψυχή της όμως όλο και πιο μαύρη, να χάνει όλο και περισσότερο σε ευαισθησία και συναίσθημα, όμοια με τους κρατούμενους των λευκών κελιών που χάνουν την επαφή τους με το περιβάλλον.
Όταν ασχολείτο με τον εαυτό της τον απέρριπτε. Την απόρριψη διαδέχθηκε το δόγμα «υπάρχω, άρα είμαι». Τώρα αφού έλυσε το πρόβλημα των άμεσων αναγκών της άρχισε να διαισθάνεται ότι το «υπάρχω» δεν συνεπάγεται το «είμαι». Σαφώς και το «είμαι» έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος από το «υπάρχω». Και αυτό το ειδικό βάρος άρχισε να μετατοπίζεται. Με τη βοήθεια των κηρυγμάτων της εκκλησίας, απέδωσε στο θέλημα του Θεού την ατεκνία της. Η πεποίθηση αυτή εδραιώθηκε, όταν έμεινε έγκυος μετά τα όσα επακολούθησαν από μια γνήσια Ελληνική βραδιά, όπου ρούφηξε αμέτρητα ρετσινοπότηρα μπύρας. Ήταν θέλημα Θεού όμως να χάσει το παιδί.
Μετά από αυτό μέσα στο δικό της «είμαι» άρχισε να υπάρχει και ο Τάκης. Μ’ ένα αίσθημα οίκτου στην αρχή. Τί φταίει και αυτός ο καημένος; Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ για τίποτε, δεν ζήτησε ποτέ τίποτε. Πειθαρχημένος και πειθήνιος στη Γερμανία, ‘καλός κ’ αγαθός’ τα Ελληνικά καλοκαίρια.
Για πρώτη φορά τον ανάφερε στην κουβέντα της, περιγράφοντας την ταλαιπωρία του να πάρει φορολογική ενημερότητα. Η επόμενη περιγραφή της περιείχε και ψήγματα θαυμασμού, όταν ο Τάκης βούτηξε μα τα αρκουδίσια χέρια του την γραμματέα του ληξιαρχείου, που τον ταλαιπωρούσε για ένα πιστοποιητικό βαρών για κείνο το παραθαλάσσιο οικόπεδο που είχαν αγοράσει στην Ασπροβάλτα, εξ’ αδιαιρέτου.
   Αυτές οι εσωτερικές διεργασίες αλλαγών πιθανό να μη διαπιστώθηκαν ποτέ από τη Φούλα. Στη χώρα του «Είμαι» μακριά από τη χώρα του «Υπάρχω», πολιτογράφησε και τον Τάκη. Μεγάλωσε και όρια της χώρα του «Είμαι» για να βάλλει κι’ άλλους με ελιτίστικα χαρακτηριστικά. Είμαστε πλέον στη χώρα του «Εμείς στη Γερμανία». Μια μικρομεγαλίστικη χώρα, μ’ ένα δίκιο που χαρίζεται, δεν καταχτιέται, με μια τάξη που επιβάλλεται , με αξίες που μετρώνται σε μονάδες σκληρού νομίσματος, με ήρωες με καθαρά χέρια και ξυρισμένα κεφάλια, με βρωμιάρηδες και καθαρούς, με άσπρους και μαύρους, με πιστούς και άπιστους, με πατριώτες και ξένους, με νούμερα και ανθρώπους.
Μέσα στο λασπόλακκο των ιαματικών λουτρών Κρινηίδων Καβάλας, φουσκώνει και ξεφουσκώνει η τεράστια κοιλιά του Τάκη. Κάτω απ’ το πεύκο στη σκιά την έστησε ο κωλόμπατσος και τον έγραψε για υπερβολική ταχύτητα. Το ραντάρ θα ήταν χαλασμένο. Στη Γερμανία τα ραντάρ γράφουν όλα σωστά, οι μπάτσοι δεν κρύβονται στις σκιές των δένδρων και σύ δεν τρέχεις Τάκη μου. Στη Γερμανία οι δρόμοι είναι αούτομπαν συμπληρώνει η Φούλα. Εδώ η πίσσα είναι ψεύτικη για να τρώνε οι εργολάβοι, καθώς θυμήθηκε πόσο δύσκολα ξεκόλλαγε η γερμανική πίσσα από τις φόρμες του Τάκη.
Αυτή η επιλεκτική μνήμη απότοκος τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος, λειτουργεί σαν το σωσίβιο της ύπαρξης της. Ό,τι μας πληγώνει το καλύπτουμε με μαύρη πίσσα γερμανική ή το σοβαντίζουμε στο κορμί μας με μαύρη εθνικιστική λάσπη.
 Εδώ και χρόνια τώρα η Φούλα επέστρεψε μόνιμα στην Πατρίδα. Το νέο της όνομα είναι ¨θεία Βηθλεέμ¨ Στην εποχή της παντοδυναμίας του μάρκου, αγόρασε εξ’ αδιαιρέτου και μια μεζονέτα στον Εύοσμο, όπου περνάει τους χειμώνες με τον Τάκη. Μόλις γλυκάνει ο καιρός πηγαίνουν Ασπροβάλτα, στο εξοχικό με το γκαζόν που τα δυο τελευταία καλοκαίρια το κουρεύει ο Αλβανός τους, γιατί ο Τάκης δεν μπορεί να σκύβει. Για δυο βδομάδες κάθε χρόνο, τέλος καλοκαιριού, πηγαίνει στα ίδια ιαματικά λουτρά. Πιστεύει ότι μόνο αυτά κάνουν καλό στα πονεμένα από την πρέσα του στεγνοκαθαριστηρίου άκρα της και στην σακατεμένη μέση του Τάκη. Η αλήθεια είναι πως ό,τι την πονάει ό,τι την πληγώνει το επιχρείει με τη μαύρη λάσπη των λουτρών. Στο μυαλό και στην ψυχή της κάνει καλό η μαύρη λάσπη, γιατί ποτέ δεν κοίταξε κατάματα τα αισθήματά της, γιατί δεν απόλαυσε, δεν αγάπησε, δεν έζησε. Οι υπαρξιακοί και κοινωνικοί της προβληματισμοί ανάγονται στη συγκριτική μέθοδο επίλυσης, με το μόνιμο μότο «εμείς στη Γερμανία» και στη μόνιμη επωδό «’ ρε Παπαδόπουλος που μας χρειάζεται». Εκείνο που δεν θυμάται είναι αν έχουν επίδομα γάμου και τέκνων οι Γερμανοί εργαζόμενοι._

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου.

                     Κατερίνα Γώγου
 
«Μια μέρα έγινα σκιάχτρο». Πριν ήμουν ένα παιδί, ένας νέος, μια γυναίκα, ένα πρόσωπο, κάποιος. Η ζωή μου δεν ήταν ούτε καλή ούτε κακή όταν πέθανα. Πέθανα, αλλά όχι εντελώς. Άρχισα να ζω όπως ζουν τα σκιάχτρα:είχα ένα ξύλο για καρδιά και αντί για χέρια άχυρα. Δεν είναι και τόσο σοβαρό. Ένα σκιάχτρο υποφέρει λιγότερο από ένα ανθρώπινο ον’ δεν είναι παρά μια καρικατούρα.
   Ένα βράδυ, η ζωή ξαναγύρισε μέσα μου μέσα απ’ όνειρα, μέσα από εικόνες και μισόλογα σαν μια πηγή δυνατών συγκινήσεων, πιο υποφερτών όμως από την παράλογη πραγματικότητα που με είχε τσακίσει. Ο πόνος της ζωής με προκάλεσε ξανά. Ήταν η στιγμή που μου προσφέρατε «το τρομερό εργαλείο του λόγου».
                                                             Boris Cyrulnik
                                               Η αυτοβιογραφία ενός σκιάχτρου