Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Η αποδόμηση μιας αναγνωρισμένης ευφυίας

   Εξήντα χρόνια μετά, όποτε το ‘φερνε στο νου του, άναβαν οι παλάμες του κι’ ένας πόνος περνούσε απ’ τα νύχια του. Ένας πόνος διαφορετικός απ’ αυτόν της αρθρίτιδας που εκδηλώθηκε εξ’ αιτίας της χρόνιας ενασχόλησής του, με το άρμεγμα αιγοπροβάτων.
Σπινθηροβόλο βλέμμα, συνθετική σκέψη, οξεία αντίληψη των γεγονότων και καταστάσεων, γιγαντωμένη θέληση, επικοδομητική αυτοπεποίθηση, σίγουρα ήταν ένα πανέξυπνο παιδί.
Οι ξυλιές έπεσαν γιατί αρνήθηκε να αποστηθίσει το «Πιστεύω». Κι επειδή ήταν άρνηση και όχι αδυναμία, ήταν λυσασμένες.
Έστησε καρτέρι στο μονοπάτι της ρεματιάς και γέλασε με σαδιστική ικανοποίηση, όταν είδε τη δασκάλα του να σωριάζεται και να μένει ανήμπορη, με τ’ ανέραστα σκέλια της ανοιχτά. Μετά απ’ αυτό, το σχολείο ήταν γι’ αυτόν παρελθόν.
   Σπούδασε στο μεγάλο σχολείο της φύσης, άντλησε εμπειρίες απ’ την εξελικτική κοινωνία του κοπαδιού και κυρίως απ’ το απείθαρχο μέρος του. Με την εξυπνάδα του γρήγορα κατάλαβε ότι η αποδοτικότητα και η απειθαρχία, βρίσκονταν σε ευθεία αναλογία. Προχώρησε κι’ ένα βήμα παραπέρα. Ο φόβος «της γκλίτσας του τσομπάνη», δεν άγγιζε τις ανυπάκουες γίδες, παρά μόνον τον τεμπέλη Ελληνικό ποιμενικό, που από γενιά σε γενιά γινόταν όλο και πιο άχρηστος. Όσο για τον φουκαρά ημίονο του φάνηκε πως με τον τρόπο του επικαλούνταν την γκλίτσα για να δηλώσει την αναγκαιότητα της ύπαρξής του στο κοπάδι. Λόγω των γηρατειών του, τον άφησε ξεσαμάρωτο να περιφέρει την ασημαντότητά του. Στη μοναδική ανάγκη που προέκυψε για να τον επαναφέρει απ’ αυτή την ιδιότυπη εργασιακή εφεδρεία, αυτός αντέδρασε με κλωτσιές χαράς και κινητικότητα αναζωογόνησης, κάνοντας εμφανές το μουλαρίσιο πείσμα του για ζωή.
   Αυτή η εκβιαστικά επιβαλλόμενη πειθαρχία της γκλίτσας λοιπόν, μάλλον στα μη παραγωγικά στοιχεία έχει πέραση. Όσο μεγαλύτερη η ανικανότητα, τόσο εντονότερη η επίκλιση τιμωρίας.
Όσο ήταν έφηβος το υβρεολόγιο του είχε νατουραλιστικό περιεχόμενο, όπως φωτιά να σε κάψει, λύκος να σε φάει και άλλα παρόμοια. Μεγαλώνοντας μετατοπίστηκε σε κοινωνιολογικό περιεχόμενο, όπως έρμη, ψωριάρα, σκρόφα στην πιο σκληρή εκδοχή. Μέχρι εδώ όμως ήτανε και το όριό του, πιθανόν από ένα υπολανθάνοντα σεβασμό προς την κοινωνία του κοπαδιού του, ίσως και στην όποια εξουσία της γκλίτσας του. Εκεί που έχασε το μέτρο είναι τα χρόνια του μνημονίου, στα δελτία ειδήσεων των καναλιών. Ξεσπάει σε κρίσεις λεκτικής βίας, με καθαρά γενετήσιες ύβρεις, σε βαθμό που ξαφνιάζει και την ίδια τη γυναίκα του, με την οποία απέκτησε μια θυγατέρα, αναπληρώτρια δασκάλα σε δημοτικά σχολεία δυτικών προαστίων και ένα γιο σεκιουριτά σε ιδιωτική εταιρεία φύλαξης.
   -Λόγια – λόγια ακούγεται περιπαικτική η φωνή της . Τόσο χάζεψες πια;
Η έμμεση αμφισβήτηση των σεξουαλικών του ικανοτήτων, δεν τον πείραξε τόσο. Το «χάζεψες» όμως;
Έφερε στο νου του, το ξαδερφάκι του. Με δυσκολία ξεχώριζε τ’ αρνιά απ’ τα ερίφια. Κι’ όμως έγινε ανώτερος υπάλληλος του κράτους, με λόγο στα τοπικά, όποτε εμφανιζόταν. Και τ’ ανηψούδι του στέλεχος σε εταιρεία πώλησης οπλικών συστημάτων, να τον φυλάει ο γιος του ο σεκιουριτάς. Ποιος ο έξυπνος και ποιος ο βλάκας λοιπόν;
Η κρίση, η φτώχεια δεν τον φοβίζουν. Εξ’ άλλου και την γκλίτσα την ορίζει, και η πρωτογενής παραγωγή δική του. Εκείνο που άρχισε να φοβάται είναι το μυαλό του. Όχι με την έννοια του γήρατος και του αβέβαιου μέλλοντος. Ο φόβος του ανάγεται στο παρελθόν. Μήπως υπήρξε βλάξ; Ώρες – ώρες του φαίνεται ότι αγκυλώθηκε σε επιλογές που σήμερα φαντάζουν βλακώδεις έως ηλίθιες. Ο έξυπνος του χτες, ο βλάκας στο τετράγωνο σήμερα. Ο πατριώτης του χτες ο προδότης του σήμερα. Θα ‘χει πλάκα και η γκλίτσα σύμβολο καθοδήγησης και εξουσίας του χθες, στήριγμα κι’ αποκούμπι της ανημποριάς του σήμερα. Αυτό δεν θα το αντέξει.

                     Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν τον κόσμο κυβερνούν κάποιοι έξυπνοι που μας δουλεύουν ή κάποιοι ηλίθιοι που μιλάνε σοβαρά.
Mark Twain , 1835 – 1910 Αμερικάνος συγγραφέας.  

Από το « Η Μπαλάντα του κυρ- Μέντιου» του Κώστα Βάρναλη
Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.
Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».
 Σ’ όλους τους ¨Καπετάνιους¨ που έριξαν φράχτες, που βόσκησαν λαθραία το γκαζόν της βλακείας, που έκοψαν τον τρυφερό βλαστό του δένδρου της επανάστασης. Μα και σ’ αυτούς που μου έδειξαν ένα δρόμο, μια ιδιοκτησία, ένα ορόσημο, που με χαιρετούν λες και αποτίνουν φόρο τιμής στη μοναξιά μου.