Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Σε πρώτο ενικό

Αφού ψαλίδισε τα δεδουλευμένα μου και πάλι δεν ήμουν ανταγωνιστικός.
Γι΄αυτό και μ' απέλυσε. Τώρα μ' απειλεί ότι θα με σώσει.
Δε θα τον αφήσω.
Εγώ ο καλικάντζαρος και το πριόνι μου.
Μαζεύω τους σπόρους μου
Για την καινούργια μακρινή μου
ανάσταση μαζεύω.
Μ.Κατσαρός         

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Στερνή μου γνώση

   Σε ξέρω καλά παλιέ μου συνάδελφε.
Σε βρίσκω στα μουντά πρωινά της Δευτέρας. Σε χάνω στα ηλιόλουστα μεσημέρια της Παρασκευής. Και πάλι μαζί σου στον καφέ της ανάπαυλας, τότε που το δίκιο του κόσμου είναι δικό μας και τ’ άδικο των αλλωνών.
Τώρα που η δουλειά είναι καταναγκασμός, τώρα που το μεροκάματο είναι φόβος, πόσο καλύτερα σ’ έχω μάθει.
   Σε ξέρω καλά παλιέ μου φίλε.
Από τότε που έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο. Από τότε που ένοιωσα την επιθυμία να φωνάξω τη χαρά μου. Από τότε που βιώνω το χρόνο από Τρίτη σε Τρίτη. Από τότε που το πρόσωπο αφομοίωσε το προσωπείο. Από τότε που η μνήμη νίκησε τη λήθη.
   Σε ξέρω καλά παλιά μου αγαπημένη.
Σε γνώρισα με τη χειμερινή αποδημία των πουλιών. Σε μελέτησα στην απόγνωση του κορμιού σου όταν έλεγες  «για τελευταία φορά». Ακολούθησα το κόκκινο μαντηλάκι της άρνησής σου, σε πορείες ειρήνης , όταν δεν τόλμησα πολεμικά να σε διεκδικήσω. Κι’ όταν η απουσία σου έγινε γλυκύτερη από την παρουσία σου, παραδέχτηκες ότι πάντα μ’ αγαπούσες. Έτσι για να με σταυρώνει ο έρωτάς σου παντοτινά.
   Σε ξέρω καλά αιώνιε εαυτέ μου.

Τόσο ώστε να με παρασύρουν τα πάθη μου. Τόσο ώστε να με καθοδηγούν τα λάθη μου.

Αρθούρος Ρεμπώ "Φθινοπώριασε"
Φθινοπώριασε...
Προς τι όμως ο πόθος για παντοτινό ήλιο;
Εμείς είμαστε στρατευμένοι στην ανακάλυψη του θείου
φωτός...
Μακριά από τους ανθρώπους που φθίνουν με τις εποχές...
Φθινόπωρο
Η βάρκα μας μετέωρη μες στην ασάλευτη ομίχλη
Επιστρέφει στο λιμάνι της δυστυχίας...
Στην απέραντη πολιτεία με τον ουρανό λεκιασμένο
από φωτιά και λάσπη...
Κουρέλια που σαπίζουν...
Μουσκεμένο στη βροχή ψωμί...
Μέθη...Μέθη...Μέθη 
Και χιλιάδες έρωτες που με σταύρωσαν...

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Κόκκινα όνειρα

Εγκατέλειψε όλα τα ευάερα και ευήλια τετραγωνικά του. Περιορίστηκε  σ’ ένα ημιυπόγειο χώρο, που πολεοδομικά καταργήθηκε από τότε που ο πολιτισμένος κόσμος, απέκτησε νερό και φως στα σπίτια. ΚΟΥΖΙΝΑΠΟΘΗΚΗ θα χαρακτήριζε κάποιος αιωνόβιος αρχιτέκτονας το χώρο.
Άρχοντας! θριαμβολόγησαν οι φίλοι του, που επιστρατεύτηκαν για να τον εμψυχώσουν. Με τη σομπίτσα σου, το ντιβανάκι σου, την ησυχία σου.
Ναι! την ησυχία του την είχε σε υπερθετικό βαθμό, σχεδόν απόλυτα.
Μέχρι που στο ξύλινο ταβάνι της κουζιναποθήκης, το γρήγορο ποδοβολητό ενός πόντικα, διέκοψε τον ήσυχο ύπνο του.
Δοκίμασε όλες τις μεθόδους μυοκτονίας που του πρότειναν αλλά αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. Τώρα πια το βιολογικό του ρολόι ταυτίστηκε μ’ αυτό του ποντικού. Ανάμεσα 4.30 με 5.00 τα ξημερώματα ξυπνούσε και περίμενε την επέλαση του τρωκτικού. Μέχρι τις 7.00 που έφευγε για τη δουλειά, είχε το χρόνο να επιθεωρήσει όλες τις πιθανές τρύπες εισβολής, τις οποίες έσπευδε πάραυτα να κλείσει με αφρό διογκούμενης πολυουρεθάνης.
 Όταν πια η κουζιναποθήκη ήταν απόρθητη από κάθε μεγέθους τρωκτικό, συνειδητοποίησε ότι είχε καιρό ν’ ακούσει ποδοβολητά στο ταβάνι του.
Τώρα πια μέχρι τις 7.00 είχε χρόνο να αναλογισθεί την ανασφάλεια  της εργασίας του, να μιζερέψει με τα καυσόξυλα που όλο λιγοστεύουν, να φοβηθεί μήπως δεν εξασφαλίσει τη δόση των ευάερων και ευήλιων τετραγωνικών και πόσα άλλα.
Το χειρότερο όμως ήταν ότι κάθε ξημέρωμα βεβαίωνε τη ματαιότητα της καθημερινότητάς του. Και άντε έβγαλε κι’ αυτό το χειμώνα. Τον επόμενο; τον μεθεπόμενο; ως πότε; Κι’ όσο μεγάλωνε η απόγνωσή του, τόσο βάθαινε η μοναξιά του.
Όχι – όχι. Δεν υπάρχουν μόνο κόκκινα δάνεια. Υπάρχουν και κόκκινα όνειρα. Αυτά που βλέπει ξύπνιος και μετά τις 7.00. Αυτά που βλέπει τώρα, αφού σφράγισε ερμητικά τους φόβους του, αφού φωτίζονται με το κόκκινο της φωτιάς του έρωτά του.

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ολονυκτία
Δεν με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο
πάλευα - όλη τη νύχτα
Ο αέρας επέμενε...
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα...
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο...

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Το γονίδιο του συνταξιούχου

Ένα ξυπνητήρι του αγόρασαν, όταν άρχισε να διαχειρίζεται τον χρόνο του. Ένα αρκουδάκι «pada», έγερνε αριστερά στο τικ δεξιά στο τακ του ρολογιού.
Σιγά – σιγά το μικρό «pada» εξουδετέρωσε τις από κοσμογονίας διακρίσεις του χρόνου` Φως – σκοτάδι, μέρα – νύχτα. Τώρα ο χρόνος μετρούσε από τη στιγμή που κούρδιζε το ξυπνητήρι κάθε βράδυ κι’ όταν το πάταγε κάθε πρωί. Τώρα πια ήταν εξαρτημένος με τη βαρύτερη μορφή εξάρτησης. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν κούρδιζε το ξυπνητήρι.
Αγνοώντας πόσα χρόνια ζουν τα «pada», υπολόγισε τη ζωή του σε τρία ξυπνητήρια. Ήδη το πρώτο χάλασε.
Περίμενε υπομονετικά ν’ ανοίξει το ρολογάδικο. Δεν άντεχε δεύτερη νύχτα ξάγρυπνος. Το καινούργιο ξυπνητήρι είχε μια φώκια. Στο τικ το χάος του σύμπαντος στο τακ η άβυσσος της θάλασσας. Ωστόσο η βασική διαίρεση του χρόνου παρέμενε η ίδια. Το γράφημα χρόνος – ζωή μια ευθεία γραμμή. Κανένα σκαμπανέβασμα, κανένα ακρότατο.
Χωρίς εξάρσεις, σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιήσει το ξυπνητήρι απομακρύνθηκε από την κρεβατοκάμαρα και πήρε θέση αντίκας στο σαλόνι. Τώρα πια στο κινητό έβαζε αφύπνιση 06.30 ενεργοποίηση και από τις 05.45 έκανε απενεργοποίηση.
  Το συνεχόμενα αδιάφορο γράφημα της ζωής του, ήρθε να το ταράξει ένας εφιάλτης. Αποκοιμήθηκε! Τον πρόδωσε η τεχνολογία σκέφτηκε. Αλαφιασμένος έτρεξε στο σαλόνι. Ο μικρός δείκτης φωσφόριζε στο 3 και ο μεγάλος στο 12.
Σωριάστηκε στον καναπέ. Το τικ – τακ της φώκιας συντονίστηκε με τους χτύπους της καρδιάς του, μέχρι που ξυπνητήρι και καρδιά έγιναν ένα.
Μέσα στην απόλυτη σιωπή το τικ – τακ άρχισε να γίνεται εμβατήριο αγώνα λύτρωσης, δίνοντάς του όλο και μεγαλύτερη οργή, όλο και περισσότερες δυνάμεις.
Έσπασε την τηλεόραση ασελγώντας βρώμικα σε Τρέμη και Μενεγάκη μαζί. Πέταξε από το παράθυρο το λαμπατέρ δώρο της πεθεράς του. Άλλωστε δεν χρειαζόταν φως για το τελευταίο και καθοριστικό του χτύπημα.
Λογαριασμοί ΔΕΗ, τηλέφωνα, ΕΝΦΙΑ, κάτι συμβόλαια, τα συντάξιμα χρόνια του, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις κι’ ό,τι άλλο του έκλεβε το χρόνο πριν και μετά το ξυπνητήρι, τα έκαψε μαζί με τον καναπέ.
Τώρα πια η ζωή ήταν δική του στο κάθε τικ και στο κάθε τακ.
  

Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών

Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών
Ίσως και οι δύο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα
Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα.
Εάν ο χρόνος όλος είν’ αιωνίως παρών
Όλος ο χρόνος είναι αλύτρωτος.
Ό,τι μπορούσε να ήταν είναι αφαίρεση
Μένοντας μια διαρκής δυνατότης
Μονάχα σ’ ένα κόσμο εικασιών
Ό,τι μπορούσε να ήταν και ό,τι έγινε
Στοχεύουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν.
                               Thomas Elliot

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Όταν η Γκόλφω τυροκόμαγε

   Έκλεισε τα μάτια κι’ έβαλε το μικρό της δαχτυλάκι στην καρδάρα με το γάλα.
Μέτρησε στα γρήγορα ως το δέκα. 36,8 μονολόγησε κι’ έριξε τη μαγιά. Εκτίμησε την ώρα σύμφωνα με το μήκος της σκιάς της κι’ έτρεξε ξαναμμένη στον Τάσο της.
Με λιγότερη ή περισσότερη μαγιά, ο χρόνος πήξης σταθερός. Γύρω στα 40 λεπτά. Τόσο έπαιρνε του Τάσου για ένα κουτούπωμα. Λίγο περισσότερο στη Γκόλφω για να καταλάβει ότι η αγάπη του ήταν φούσκα.
Είχε δίκιο ο πατέρας της. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τους νοικοκυραίους και τους τσομπαναραίους, τη συμβούλευε. Είναι το ίδιο υποκριτές.
Δεν αποτελεί τεκμήριο ντομπροσύνης το μουστάκι, ούτε το δασύτριχο στέρνο ότι έχεις μεγάλη καρδιά.
   Πήρε στάχτη απ’ την τεφροδόχο του έρωτά της κι’ έπλυνε τα σκεύη της απόγνωσής της. Τεντζέρια, τσαντήλες, σουρωτήρια, καζάνια, λόγια, υποσχέσεις ελπίδες. Την  ίδια τη ψυχή της. Μετά την τραγωδία η κάθαρση.
Ανέσυρε απ’ τα βάθη του πηγαδιού τους φόβους της, τις εξαρτήσεις, τις ντροπές της. Τους άφρισε στο πυρετό των χειλιών της, ανθότυρο για τους ταξιδευτές, τους αμαρτωλούς, τους κολασμένους. Μόνο τη παρθενιά της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (Π.Ο.Π), άφησε στη σαλαμούρα για να κάνουν πρακτική εξάσκηση κάποιοι ταλαίπωροι χημικοί, αχθοφόροι παρηκμασμένων ιδεοληψιών.
Στην εποχή της κρίσης, τώρα που το κέρας της Αμάλθειας στέρεψε, τώρα που η προβιά της δεν μπορεί να καλύψει τους φταίχτες, δώστε βάση στο πόρισμα του τυροκόμου:  Ο έρωτας θέλει καλή μαγιά, η αγάπη ζύμωση και το τυρί αρμύρα.

Μαξίμ Γκόρκι: «Την ηθική των αφεντικών» την αντιπάθησα όσο και την  «ηθική των δούλων». Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: «Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται».                                                                                                                                                                                                                
Και λίγο Μανόλη Αναγνωστάκη
Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα – ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή
Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.
 

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η εξέλιξη του χάνου

Εμένα – εμένα αναφώνησε ο ροφός όλο καμάρι, στην ψαρίσια του επικοινωνία με τη συναγρίδα, όταν τον επέλεξε η σεφ της Lady Gaga.
- Θα μας φάνε που θα μας φάνε, έχει σημασία ποιος θα μας φάει ηλίθιε; κάγχασε σαν σε επιθανάτιο ρόγχο η συναγρίδα.
Πολύ την ευχαριστήθηκε αυτή τη κακία, ένα σπάνιο είδος αστακοκαραβίδας με το προσωνύμιο «κωλοχτύπα» που την προτιμούσε ο Σάκης Ρουβάς πριν την κρίση και η Ελληνίδα ντίβα Κατερίνα Στανίση μετά τα χρήματα που κονόμησε με τις διαφημίσεις σχολικών ειδών από τα Jumbo.
 Ένα άλλο είδος ψαριών της στεριάς εξελικτικά προερχόμενο από την οικογένεια των χάνων συνωστίζονταν στο πεζοδρόμιο της Μεγάλης Βρετανίας για να δει από κοντά το είδωλό του.
-Βρώμισες μωρή, είπε θυμωμένα ο ένας χάνος.
-Όχι εγώ καλέ, απάντησε θιγμένος ο άλλος χάνος. Η Lady Gaga την αμόλησε, έτσι όπως την σήκωναν στα χέρια οι συνοδοί της.
Ίσως να έρχονταν και στο μαλλιοτράβηγμα αν δεν παρέμβαιναν οι αλαλαγμοί και η ομαδική υστερία θαυμασμού, ολόκληρου του κοπαδιού των χάνων, όταν η Lady έπαιρνε τις πόζες της και τους μούντζωνε αφειδώς.
 Μεταξύ μας τα τραγούδια της Lady τα γνωρίζω όσο γνωρίζουν τα θέματα παιδείας ο Κουκοδήμος και ο Ζαγοράκης μαζί. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Τα κριτήρια αξιολόγησής μου είναι περισσότερο προχωρημένα. Καθώς πέφτουν τα πλάνα των δελτίων ειδήσεων, εκεί λίγο πριν τα αθλητικά, ταυτοποιώ με άνεση τα οπίσθια της Lady, της Madona, της Pamela και ό,τι άλλο οφθαλμοπορνικό υλικό μου προσφέρουν απλόχερα.
Ασφαλώς και είμαι ψεκασμένος. Και εγώ και οι άλλοι χάνοι του κοπαδιού. Με ντι ντι ντι από πορδές. Κι ας λέει ο σοφός λαός και η κυβερνητική εκπρόσωπός του, ότι με πορδές αυγά δε βάφονται. Άμα κλάσει η Lady Gaga και αυγά βάφει και κυβερνήσεις βγάζει.

Charles Bukowski (Μετάφραση Νίκος Αδαμόπουλος)
Οι δεινόσαυροι εμείς
Οι δεινόσαυροι, εμείς
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ.Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται
είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμμόνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα
γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες
γεννημένοι μέσα σ’αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδησμένοι από αυτό
βίαοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού
η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό
τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη
γεννημένοι σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη
ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά
ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός
σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο
οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς
και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ
γεννημένη από αυτό
ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος
να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Το τέλος της πλήξης


Λίγο ζωηρή στα νιάτα της. Μπορεί και να μην έζησε εφηβεία. Ένας μαντράχαλος τη φόρτωσε στη μηχανή του κι’ από κει πάνε κι’ οι άλλοι. Χωρίς εξάτμιση στο πουθενά. Κάπου εκεί τους εντόπισαν οι μπάτσοι. Δυο χαστούκια και μια απειλή για φυλάκιση στο μαντράχαλο, ένα χαστούκι απ’ τον πατέρα της και ο γάμος ορίστηκε στις 26 Ιουλίου, ανήμερα της προσωπικής της εορτής και της ενηλικίωσής της.
Το επόμενο καλοκαίρι, μπροστά πήγαινε το καρότσι με το μωρό, πίσω η γιαγιά του που θα μπορούσε να είναι και μητέρα του, πίσω η μαμά του που θα μπορούσε να ήταν κι’ αδελφή του.
Τρία καλοκαίρια μετά η Βιβή δεν αντέδρασε όταν η μάνα της αποκάλεσε τον μαντράχαλο ανεπρόκοπο κι’ έδωσε δίκιο στον πατέρα της που τότε τον αποκάλεσε αλήτη.
Εικοσιτρία καλοκαίρια μετά η Βιβή σταμάτησε να παίρνει προφυλάξεις στην άτακτη ερωτική της ζωή. Πέρασε στην εμμηνόπαυση.
Τριαντατρία καλοκαίρια μετά έκανε delete στις αμαρτίες της και reset στ’ όνομά της. Παρασκευή πλέον. Μόνο που οι Παρασκευές τώρα ήταν οι πιο δύσκολες μέρες. Όχι γιατί νήστευε φανατικά. Απλά η Παρασκευή ήταν γι’ αυτήν η τελευταία μέρα της εβδομάδας και δεν περίμενε τίποτα για τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις Δευτέρες. Τόσο ίδιες όλες οι μέρες και η Παρασκευή το + στο άθροισμα της πλήξης της.
Εκκλησιάζονταν ανελλιπώς σε κάθε ευκαιρία, δεν άφηνε τρισάγιο, παράκληση, ολονυκτία. Ακόμα και καθήκοντα νεωκόρου αναλάμβανε, από τότε που έφυγε πρόωρα απ’ τη ζωή ο μαντράχαλος.
Ματαιότις ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότις, έλεγε και αυτή η μόνη λέξη ήταν η αρχή και το τέλος του εσωτερικού της κόσμου.
   Ένας τράγος ίδιος ο εωσφόρος της ρίχτηκε, καθώς σκυφτά κι’ ευλογημένα ξεχορτάριαζε το μικρό περίβολο του Άγιου Μόδεστου στη βουνοπλαγιά.
Παραλλήλισε τον τράγο με το αφεντικό του κι’ έβγαλε όλη την κρυμμένη κακία των μετανοημένων ανθρώπων.
Δεν είναι δυνατόν οι βρωμόγιδες να μαγαρίζουν τα εκκλησάκια. Είναι μεγάλη αμαρτία και τέτοια.
Την αποστόμωσε όταν της είπε ότι κατά μία έννοια το εκκλησάκι ήταν δικό του, γιατί τα υλικά αυτός τα πλήρωσε, αλλά κυρίως γιατί ο Άγιος Μόδεστος είναι ο προστάτης των κτηνοτρόφων.
   Σε κλίμα αμοιβαίας συμπάθειας κανόνισαν να βρεθούν την επόμενη Τρίτη για να φροντίσουν τον Άγιο.
Δεν ήταν τόσο μεγάλος. Τα ρούχα και τα πολλά δόντια που του έλλειπαν, τον πρόσθεταν χρόνια. Για τα ρούχα εντάξει, της δουλειάς του ήταν. Όσο για τα δόντια, δεν ήταν από οικονομική αδυναμία που δεν τα περνούσε, αλλά από ιδεολογία όπως της εξήγησε. Γιατί τον τρόπο του τον είχε. Καρατσεκαρισμένο αυτό.
Δεν ήταν τόσο μεγάλη. Μάτια θολά, παραδομένα στην αδράνεια. Χείλη σφιχτά τόσο που να δίνουν την αξία της σπανιότητας στο χαμόγελο. Σώμα νεανικό σε περιτύλιγμα γριάς.
   Η Τρίτη έφερε άλλη Τρίτη κι’ η άλλη, άλλη. Τώρα πλέον οι μέρες μετρούσαν αλλιώς. Η Τετάρτη ήταν έξι μέρες πριν την Τρίτη, η Πέμπτη πέντε και η Παρασκευή τέσσερις. Κι’ ο Άγιος Μόδεστος ο Άγιος της Τρίτης.
Μέχρι κι’ αυτή Κασσιανή τη βάφτισε ο δικός της, και της άρεσε πολύ. Γιατί ήταν γυναικείο και γλυκά αμαρτωλό.

Αφιερωμένο στην παρέα της Τρίτης.

Ανδρέα Εμπειρίκου
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας. 

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Επιστροφή

   Απέφυγε τη μαύρη γάτα, διέφυγε της προσοχής της μαύρης χήρας που τον παραμόνευε να του χαλάσει τη μέρα, έξυσε και ξανάξυσε τ’ αχαμνά του στη θέα του μαύρου ράσου που ξαμολύθηκε μετά τον όρθρο για να πάρει σειρά στην ουρά της τράπεζας, έφτυσε και ξανάφτυσε τον κόρφο του όταν ήρθε αντιμέτωπος με τα βυζιά της περιπτερούς για τα τσιγάρα του και με ελαφρά πηδηματάκια κατευθύνθηκε στο χώρο της δουλειάς του.
-Καλό χειμώνα, τον τουφέκισε η γαϊδουροφωνάρα του χοντρομαλάκα συναδέλφου του. Χωρίς να του δώσει ευκαιρία διαφυγής άρχισε να τον γαζώνει με ριπές μιζέριας με σκοπό να τον αποτελειώσει πριν την εκκίνηση.
Με την πρώτη ριπή του εξήγησε πως κατάφερε να βρει ένα ευρύχωρο δίκλινο στην τιμή του μονόκλινου, όπου πρόσθεσε και άλλα τρία αναδιπλούμενα συν μια πολυθρόνα που γίνεται κρεβάτι για να κοιμούνται η δύστυχη γυναίκα του οι τρεις ενήλικες κόρες του και ο ανήλικος γιος του στη πολυθρόνα. Κι’ όλα αυτά δίπλα στο άλλο ευρύχωρο δίκλινο στην τιμή του μονόκλινου όπου έκανε μαζί τους διακοπές, η επταμελής οικογένεια του μπατζανάκη του, δίπλα στη τουαλέτα που μοιράζονταν όλοι οι παραπάνω μαζί μ’ ένα ζευγάρι συνταξιούχων ρουμάνων που έμενε σ’ ένα χώρο που έβλεπε στον ακάλυπτο κι’ επικοινωνούσε με μια σιδερένια αφαιρούμενη σκάλα.
Με την δεύτερη ριπή έκανε τον λογαριασμό προσθέτοντας τις τιμές από έντεκα ευμεγέθεις μελιτζάνες παπουτσάκι, τέσσερα μπούτια και διόμιση στήθια κοτόπουλου, τρις χωριάτικες, δύο μικρές μπύρες, δύο σόδες, εφτά πορτοκαλάδες και δύο λεμονίτες. 39.5 ευρουλάκια όλα. Από είκοσι με τον μπατζανάκη του.
Η τρίτη ριπή ήρθε σε συνέχεια της δεύτερης. Πήρε απόδειξη από το φαγάδικο, αλλά τα Voula Studios του έκανε το δύσκολο για να του δώσουν απόδειξη. Κι’ όταν τους απείλησε ότι θα τους κατήγγειλε στην τουριστική αστυνομία, ήρθε η ίδια η Βούλα αυτοπροσώπως και τους έδωσε από μια με πολύ μεγαλύτερο ποσό και σ’ αυτόν και στο μπατζανάκη του.
Κάπου εδώ άρχισε τη γκρίνια γι’ αυτούς που μας κυβερνάνε Και ποιοι είναι αυτοί οι μαλάκες που τους ψηφίζουνε, και πόσο έπεσε το οικογενειακό επίδομα. Κόλλησε στο όνομα αυτού που έβαλε ο Σαμαροβενιζέλος υπουργό οικονομικών. Να δεις, ένα ξεχαρβαλωμένο επίθετο ασορτί μ’ ένα σπασμένο αλβανικό όνομα.
Το στομάχι του έγινε μπετονιέρα. Με θολό απλανές βλέμμα έκανε μεταβολή και στηρίχτηκε στα κάγκελα της περίφραξης του αύλειου χώρου απ’ την έξω μεριά.
Απ’ το ξεσκισμένο πανώ που έμεινε απ’ την περασμένη σαιζόν κινητοποιήσεων άρχισαν να ξεπροβάλουν οι μορφές των κοριτσιών. Απ’ τα δεξιά της Υγείας, απ’ τ’ αριστερά της Πρόνοιας. Η μια του πήρε την πίεση, η άλλη του έκανε μαλάξεις κι η τρίτη έτρεξε να του φέρει νερό. Ένα υποσύνολο ευγενών παρουσιών βοήθησε να ηρεμήσει το ταραγμένο θυμικό του. Και να, κάπου από ‘κει μέσα ίσως να ξεπρόβαλε η γραφίστρια που θα σχεδίαζε το ιδεόγραμμα της ζωής του.
                                                                                       
                                                                                                  Στην Ελένη

Γιώργος Σαραντάρης
ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ
Δεν είμαστε ποιητές σημαίνε φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη
ο θάνατος βραχνάς.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Στην αγκαλιά του απέραντου βοσκότοπου

Ένα πνιχτό αχ! παρεμβλήθηκε στο ακατάπαυστο τεριρέμ των μελισσών.
Τον κοίταξε με το σκανδαλιάρικο βλέμμα της παιδικής μας αθωότητας. Το κλαδάκι της συκιάς απαλλαγμένο από το βάρος των καρπών του, έσταζε τους χυμούς της γονιμότητάς του, βαθιά στο μπούστο της. Το άλλο, το σπασμένο, δάκρυζε την καθοριστικότητα της στιγμής  στον ακάλυπτο μηρό της.
-Μ’ έπιασες στα πράσα ή μάλλον στα σύκα, του είπε γελαστά, αφού συνήλθε απ’ την απανωτή έκπληξη της στιγμής, το σπάσιμο του κλαδιού και την αναπάντεχη εμφάνισή του απ’ το πουθενά του Αυγουστιάτικου καταμεσήμερου.
- Πού να συνέλθει όμως αυτός;
- Η γιαγιά μου έλεγε ότι το γάλα της συκιάς ανοίγει το δέρμα, είπε ηλίθια καθώς με αδεξιότατες κινήσεις προσπαθούσε να σκουπίσει με το ιδρωμένο μπλουζάκι του το μηρό της.
-Μήπως η γιαγιά σου είπε να πάρεις γυναίκα με γεμάτους μηρούς και φαρδιά λεκάνη; ρώτησε περιπαιχτικά για να τον αποτελειώσει.
Μια θάλασσα πλατιά ανοιγόταν κάτω στα πόδια της με μικρά φιλόξενα νησιά τα κατακόκκινα νυχάκια της, ευήλιες φιλόξενες πλαγιές οι μηροί της, απάνεμα οροπέδια οι γλουτοί της, ένας απέραντος βοσκότοπος η βουβωνική της χώρα.
-Οι γεμάτες γυναίκες επανέρχονται. Μια αναγεννησιακή γυναίκα θα μας σώσει απ’ τα ανορεξικά top models των πολυεθνικών, είπε καθώς προσπαθούσε να βρει τα δυνατά του σημεία για να επανακάμψει.
 Με δυσκολία ξεπέρασε την αποκαλυφθείσα απ’ το τέντωμά της, αφράτη κοιλιά, με τιτάνια προσπάθεια τα χυμώδη στήθη της και έχανε την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του, μπρος το αβυσσαλέα ιλιγγιώδες ντεκολτέ της.
-Ξέρεις και οι συκιές φέτος πληθωρικές είναι, είπε καθώς απείθωσε την παλάμη της πάνω απ’ το τρεμάμενο χέρι του, πιο πολύ για να τον σώσει απ’ την κατάρρευση παρά σαν ένδειξη ερωτικής αποδοχής της περιποίησής του.
Απ’ όλα τα καρποφόρα μ’ αρέσουν οι συκιές συνέχισε με λιγωμένο αυτοέλεγχο. Είναι ανεξάρτητες και προσφέρουν την σκιά και τον καρπό τους, δοτικά χωρίς διακρίσεις.
Είχε μια ελαφρά αντίρρηση για τις κερασιές. Γι’ αυτόν συμβολίζουν την αγνότητα της νεανικότητας.
Οι καρυδιές είναι συντηρητικές.
 Οι καστανιές λιτές και σκληρές.  
Οι μηλιές αιτιολογημένα ντροπαλές.
Οι αχλαδιές ανεπαρκείς.
Όσο για τις ροδακινιές, απεχθώς συμβιβασμένες, χειρότερα κι’ απ’ τους ροδακινοπαραγωγούς.
Δεν πρόλαβε να τα εκδηλώσει όλα αυτά γιατί δυο μελωμένα χείλη τον έπεισαν για την υπεροχή της Αυγουστιάτικης συκιάς.
Αν κατακαλόκαιρο συναντήσετε μια συκιά, μην τη προσπεράσετε. Γευθείτε τους καρπούς της κι’ αγνοήσετε τις συνέπειες.
Αν στο πέρασμά σας συναντήσετε τη γυναίκα ερωτευτείτε την και ζήστε τις συνέπειες.


Γιώργου Σαραντάρη

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

«J'i cueilli ce brin de bruyère»
G. Apollinaire

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία

Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
 Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
 ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
  καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
 Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
 Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Φλοίδα καρπουζιού

   Μας ξαναπήρανε αδέλφια! Η διαθεσιμότητά μας έληξε.
Εμείς οι ανασφαλείς, οι οσφυοκάμπτες, οι του πρωτοκόλλου, οι αξιολογημένοι μαλάκες, οι γυαλαμπούκες που δακρύζουμε απ’ την αντηλιά του ηλιοβασιλέματος...
Εμείς που είχαμε κι’ ένα δεύτερο πτυχίο. Κάτι σαν απόθεμα να πούμε, να το έχουμε όταν μας τελειώσει το πρώτο. Όπως οι παππούδες μας αμπαριάζανε το σιτάρι για τον χειμώνα και οι γονείς μας κρύβουν τα μακαρόνια και τη ζάχαρη μη τυχόν και βγει ο ΣΥΡΙΖΑ και μας κόψουν τη δόση.
Και τώρα που μπήκα ξανά στο σύστημα με πράξη ανάληψης και όλα τα πιστοποιητικά, τρέχω να βρω τις ακρογιαλιές. Όσες προλάβω λεύτερες από την επιχειρηματικότητα της ξαπλώστρας, και τα νομοσχέδια των αιγιαλών.
   Το μόνο απόθεμά μου είναι η οργή. Θέλω να τη ξοδέψω φτύνοντας τον ανώμαλο ΜΑΤατζή που υπερασπίζεται το γραφείο του υπουργού. Θέλω να βρίσω τον δυνάστη γέροντα που φοβάται τους κομμουνιστάς. Θέλω να ασελγήσω σε κανένα ταγεράκι επίδοξης μεταρρυθμίστριας. Και ποιος ξέρει; Ίσως σταθώ τυχερός και φάω ξύλο από τα  bodyguards του Χάρη Θεοχάρη ή να με οδηγήσει στο αυτόφωρο η προσωπική φρουρά του Συμεών, του ξάδερφου του Σίμου, του τέως κυβερνητικού εκπροσώπου.
Και μέσα στην καταναλωτική μου μανία να δροσίζομαι με την καρδιά του καρπουζιού  να πετάω τις φλοίδες στα καλτσωμένα πέδιλα του αποστειρωμένου εύπορου τουρίστα και να σκορπίζω τον έρωτά μου κάθε ηλιοβάσίλεμα.
Καλό καλοκαίρι!

                                 Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1972 -1973)

Για να πυκνώσει το φως
Και να γεννήσει το πουλί
Για να νικήσει ο άνεμος
Τους πρώτους δισταγμούς του
Και να φωνάξει η θάλασσα ελευθερία
Πρέπει να 'ρθουν οι λατόμοι
Γεμάτοι οργή
Να πελεκήσουν τα πέτρινα σύννεφα
Που πλάκωσαν όλες τις πολιτείες
Να πελεκήσουν τ' αγάλματα
Με τις μαύρες καρδιές
Να ξεχειλίσει το αίμα
Να πνίξει τους δολοφόνους.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Συνταξιούχος καθηγητής

Δεν είχε κανένα λόγο να ξυπνάει από τα άγρια χαράματα. Παρ’ όλα αυτά το βιολογικό του ρολόι συνεπικουρούμενο και από υποψίες προστατίτιδας, τον έστειλαν στην τουαλέτα.
Με συνοπτικές διαδικασίες και την ανάλογη δημοσιοϋπαλληλική διακριτικότητα, άραξε στον καναπέ του.
Ούτε σκέψη για επιστροφή στην πολύπαθο συζυγική κλίνη. Ακόμα ηχεί στο μυαλό του η χτεσινή σκιαιότατη αποπομπή του όταν προκάλεσε το ξύπνημα της συμβίας του για πρωινό sex.
  Παρασκευή σήμερα. Έχω κι’ εφημερία, σκέφτηκε κι’ άρχισε να του ανεβαίνει το βολτάζ.
Η πρώτη του διαφοροποιημένη σκέψη του ως συνταξιούχου. Τάση – ένταση – αντίσταση. Όχι με την φυσική έννοια των όρων. Αλλά με την πιο ουσιαστική, την έννοια της ζωής. Μήπως ήρθε ο καιρός να βάλει την αντίσταση στον αριθμητή, τώρα που το κλάσμα της ζωής μικραίνει;
Να είσαι τόσο εφήμερος και να κάνεις όνειρα τόσο αιώνια; Παρασκευή κι’ εφημερία, τα λαμόγια. Για ένα εφάπαξ ρε!
  Πήρε φόρα κι’ όρμησε στην κρεβατοκάμαρα. Με τόση ένταση. Σχεδόν στα όρια του βιασμού. Την πρώτη του φορά ως συνταξιούχου.


                       Με τι να "πάμε μπροστά";
                       Το επίδομα των ψευδαισθήσεων, όπως ξέρετε κόπηκε κι' αυτό.
                       Εκτός πια αν μας δώσει κανένα δάνειο η ελπίδα.
                       Αλλά κι αυτή έχει κατακλέψει την αλήθεια.
                                                                          Κική Δημουλά

                               

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Ο ενδοτισμός μιας ελεύθερης επιλογής

Μα γιατί φεύγεις τόσο νωρίς; παραπονέθηκε ναζιάρικα.
Μια πρωϊνή καλοκαιριάτικη ηλιαχτίδα τρύπωσε μέσα απ’ τα κατεβασμένα ρολά και χάϊδεψε το ερεθισμένο στήθος της.
 Να σου φτιάξω ένα καφέ! επέμεινε καθώς οι κόκκινες ελλείψεις του παράνομα εισελθόντος φωτός εναλλάσσονταν με τα σεμνά σιέλ κυκλάκια του παρθενικά αθώου εσώρουχού της.
 Την κοίταξε σχεδόν εχθρικά καθώς με δυσκολία ισορροπούσε πάνω απ’ το παντελόνι του.
Ένοιωσε παγιδευμένος μέσα στις ίδιες του τις επιλογές. Εκείνο που το βράδυ του ήταν κολασμένα ποθητό, το πρωί του ήταν απύθμενα αποκρουστικό.
Η ανάσα της, το άρωμά της, η θέρμη του κορμιού της, αυτή καθ’ εαυτή η ανυστερόβουλη δοτικότητά της το πρωί αντιστρέφονταν σε σημείο που να μην μπορεί να αναπνεύσει τον αέρα της κάμαρής της.
  Μ’ ένα επιδέξιο φιλί ντρίπλα, στο αριστερό λακκάκι του μαγουλού της, απέδρασε απ’ το όρθιο σφιχταγγάλιασμά της.
Παρά λίγο να κατρακυλήσει στις σκάλες τρίτο προς δεύτερο όροφο, όταν διασταυρώθηκε με τον φωτισμό του ανελκυστήρα που είχε καλέσει, ενώ δεν ήταν σίγουρος στο τί απάντησε στην ερώτησή της: Πότε να σε περιμένω;
 Θα δούμε, ίσως ήταν η απάντησή του.
 Κατά μια άλλη εκδοχή, την άλλη τετραετία της απάντησε.
Ό,τι και να της απάντησε, σίγουρα ήταν δικός της. Μάλλον το ήξερε κι’ ο ίδιος.
Πέρασε βιαστικά και ριψοκίνδυνα στ’ απέναντι πεζοδρόμιο με το ενοχικό ερώτημα σχηματισμένο στον εγκέφαλό του.
Τί κάνω ο εγκληματίας; και το ισχυρότερο υπαρξιακό ερώτημα στο θυμικό του:
Τί ψηφίζω ο μαλάκας;