Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Όταν η Γκόλφω τυροκόμαγε

   Έκλεισε τα μάτια κι’ έβαλε το μικρό της δαχτυλάκι στην καρδάρα με το γάλα.
Μέτρησε στα γρήγορα ως το δέκα. 36,8 μονολόγησε κι’ έριξε τη μαγιά. Εκτίμησε την ώρα σύμφωνα με το μήκος της σκιάς της κι’ έτρεξε ξαναμμένη στον Τάσο της.
Με λιγότερη ή περισσότερη μαγιά, ο χρόνος πήξης σταθερός. Γύρω στα 40 λεπτά. Τόσο έπαιρνε του Τάσου για ένα κουτούπωμα. Λίγο περισσότερο στη Γκόλφω για να καταλάβει ότι η αγάπη του ήταν φούσκα.
Είχε δίκιο ο πατέρας της. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τους νοικοκυραίους και τους τσομπαναραίους, τη συμβούλευε. Είναι το ίδιο υποκριτές.
Δεν αποτελεί τεκμήριο ντομπροσύνης το μουστάκι, ούτε το δασύτριχο στέρνο ότι έχεις μεγάλη καρδιά.
   Πήρε στάχτη απ’ την τεφροδόχο του έρωτά της κι’ έπλυνε τα σκεύη της απόγνωσής της. Τεντζέρια, τσαντήλες, σουρωτήρια, καζάνια, λόγια, υποσχέσεις ελπίδες. Την  ίδια τη ψυχή της. Μετά την τραγωδία η κάθαρση.
Ανέσυρε απ’ τα βάθη του πηγαδιού τους φόβους της, τις εξαρτήσεις, τις ντροπές της. Τους άφρισε στο πυρετό των χειλιών της, ανθότυρο για τους ταξιδευτές, τους αμαρτωλούς, τους κολασμένους. Μόνο τη παρθενιά της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (Π.Ο.Π), άφησε στη σαλαμούρα για να κάνουν πρακτική εξάσκηση κάποιοι ταλαίπωροι χημικοί, αχθοφόροι παρηκμασμένων ιδεοληψιών.
Στην εποχή της κρίσης, τώρα που το κέρας της Αμάλθειας στέρεψε, τώρα που η προβιά της δεν μπορεί να καλύψει τους φταίχτες, δώστε βάση στο πόρισμα του τυροκόμου:  Ο έρωτας θέλει καλή μαγιά, η αγάπη ζύμωση και το τυρί αρμύρα.

Μαξίμ Γκόρκι: «Την ηθική των αφεντικών» την αντιπάθησα όσο και την  «ηθική των δούλων». Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: «Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται».                                                                                                                                                                                                                
Και λίγο Μανόλη Αναγνωστάκη
Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα – ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή
Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.
 

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η εξέλιξη του χάνου

Εμένα – εμένα αναφώνησε ο ροφός όλο καμάρι, στην ψαρίσια του επικοινωνία με τη συναγρίδα, όταν τον επέλεξε η σεφ της Lady Gaga.
- Θα μας φάνε που θα μας φάνε, έχει σημασία ποιος θα μας φάει ηλίθιε; κάγχασε σαν σε επιθανάτιο ρόγχο η συναγρίδα.
Πολύ την ευχαριστήθηκε αυτή τη κακία, ένα σπάνιο είδος αστακοκαραβίδας με το προσωνύμιο «κωλοχτύπα» που την προτιμούσε ο Σάκης Ρουβάς πριν την κρίση και η Ελληνίδα ντίβα Κατερίνα Στανίση μετά τα χρήματα που κονόμησε με τις διαφημίσεις σχολικών ειδών από τα Jumbo.
 Ένα άλλο είδος ψαριών της στεριάς εξελικτικά προερχόμενο από την οικογένεια των χάνων συνωστίζονταν στο πεζοδρόμιο της Μεγάλης Βρετανίας για να δει από κοντά το είδωλό του.
-Βρώμισες μωρή, είπε θυμωμένα ο ένας χάνος.
-Όχι εγώ καλέ, απάντησε θιγμένος ο άλλος χάνος. Η Lady Gaga την αμόλησε, έτσι όπως την σήκωναν στα χέρια οι συνοδοί της.
Ίσως να έρχονταν και στο μαλλιοτράβηγμα αν δεν παρέμβαιναν οι αλαλαγμοί και η ομαδική υστερία θαυμασμού, ολόκληρου του κοπαδιού των χάνων, όταν η Lady έπαιρνε τις πόζες της και τους μούντζωνε αφειδώς.
 Μεταξύ μας τα τραγούδια της Lady τα γνωρίζω όσο γνωρίζουν τα θέματα παιδείας ο Κουκοδήμος και ο Ζαγοράκης μαζί. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Τα κριτήρια αξιολόγησής μου είναι περισσότερο προχωρημένα. Καθώς πέφτουν τα πλάνα των δελτίων ειδήσεων, εκεί λίγο πριν τα αθλητικά, ταυτοποιώ με άνεση τα οπίσθια της Lady, της Madona, της Pamela και ό,τι άλλο οφθαλμοπορνικό υλικό μου προσφέρουν απλόχερα.
Ασφαλώς και είμαι ψεκασμένος. Και εγώ και οι άλλοι χάνοι του κοπαδιού. Με ντι ντι ντι από πορδές. Κι ας λέει ο σοφός λαός και η κυβερνητική εκπρόσωπός του, ότι με πορδές αυγά δε βάφονται. Άμα κλάσει η Lady Gaga και αυγά βάφει και κυβερνήσεις βγάζει.

Charles Bukowski (Μετάφραση Νίκος Αδαμόπουλος)
Οι δεινόσαυροι εμείς
Οι δεινόσαυροι, εμείς
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ.Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται
είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμμόνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα
γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες
γεννημένοι μέσα σ’αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδησμένοι από αυτό
βίαοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού
η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό
τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη
γεννημένοι σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη
ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά
ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός
σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο
οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς
και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ
γεννημένη από αυτό
ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος
να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Το τέλος της πλήξης


Λίγο ζωηρή στα νιάτα της. Μπορεί και να μην έζησε εφηβεία. Ένας μαντράχαλος τη φόρτωσε στη μηχανή του κι’ από κει πάνε κι’ οι άλλοι. Χωρίς εξάτμιση στο πουθενά. Κάπου εκεί τους εντόπισαν οι μπάτσοι. Δυο χαστούκια και μια απειλή για φυλάκιση στο μαντράχαλο, ένα χαστούκι απ’ τον πατέρα της και ο γάμος ορίστηκε στις 26 Ιουλίου, ανήμερα της προσωπικής της εορτής και της ενηλικίωσής της.
Το επόμενο καλοκαίρι, μπροστά πήγαινε το καρότσι με το μωρό, πίσω η γιαγιά του που θα μπορούσε να είναι και μητέρα του, πίσω η μαμά του που θα μπορούσε να ήταν κι’ αδελφή του.
Τρία καλοκαίρια μετά η Βιβή δεν αντέδρασε όταν η μάνα της αποκάλεσε τον μαντράχαλο ανεπρόκοπο κι’ έδωσε δίκιο στον πατέρα της που τότε τον αποκάλεσε αλήτη.
Εικοσιτρία καλοκαίρια μετά η Βιβή σταμάτησε να παίρνει προφυλάξεις στην άτακτη ερωτική της ζωή. Πέρασε στην εμμηνόπαυση.
Τριαντατρία καλοκαίρια μετά έκανε delete στις αμαρτίες της και reset στ’ όνομά της. Παρασκευή πλέον. Μόνο που οι Παρασκευές τώρα ήταν οι πιο δύσκολες μέρες. Όχι γιατί νήστευε φανατικά. Απλά η Παρασκευή ήταν γι’ αυτήν η τελευταία μέρα της εβδομάδας και δεν περίμενε τίποτα για τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις Δευτέρες. Τόσο ίδιες όλες οι μέρες και η Παρασκευή το + στο άθροισμα της πλήξης της.
Εκκλησιάζονταν ανελλιπώς σε κάθε ευκαιρία, δεν άφηνε τρισάγιο, παράκληση, ολονυκτία. Ακόμα και καθήκοντα νεωκόρου αναλάμβανε, από τότε που έφυγε πρόωρα απ’ τη ζωή ο μαντράχαλος.
Ματαιότις ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότις, έλεγε και αυτή η μόνη λέξη ήταν η αρχή και το τέλος του εσωτερικού της κόσμου.
   Ένας τράγος ίδιος ο εωσφόρος της ρίχτηκε, καθώς σκυφτά κι’ ευλογημένα ξεχορτάριαζε το μικρό περίβολο του Άγιου Μόδεστου στη βουνοπλαγιά.
Παραλλήλισε τον τράγο με το αφεντικό του κι’ έβγαλε όλη την κρυμμένη κακία των μετανοημένων ανθρώπων.
Δεν είναι δυνατόν οι βρωμόγιδες να μαγαρίζουν τα εκκλησάκια. Είναι μεγάλη αμαρτία και τέτοια.
Την αποστόμωσε όταν της είπε ότι κατά μία έννοια το εκκλησάκι ήταν δικό του, γιατί τα υλικά αυτός τα πλήρωσε, αλλά κυρίως γιατί ο Άγιος Μόδεστος είναι ο προστάτης των κτηνοτρόφων.
   Σε κλίμα αμοιβαίας συμπάθειας κανόνισαν να βρεθούν την επόμενη Τρίτη για να φροντίσουν τον Άγιο.
Δεν ήταν τόσο μεγάλος. Τα ρούχα και τα πολλά δόντια που του έλλειπαν, τον πρόσθεταν χρόνια. Για τα ρούχα εντάξει, της δουλειάς του ήταν. Όσο για τα δόντια, δεν ήταν από οικονομική αδυναμία που δεν τα περνούσε, αλλά από ιδεολογία όπως της εξήγησε. Γιατί τον τρόπο του τον είχε. Καρατσεκαρισμένο αυτό.
Δεν ήταν τόσο μεγάλη. Μάτια θολά, παραδομένα στην αδράνεια. Χείλη σφιχτά τόσο που να δίνουν την αξία της σπανιότητας στο χαμόγελο. Σώμα νεανικό σε περιτύλιγμα γριάς.
   Η Τρίτη έφερε άλλη Τρίτη κι’ η άλλη, άλλη. Τώρα πλέον οι μέρες μετρούσαν αλλιώς. Η Τετάρτη ήταν έξι μέρες πριν την Τρίτη, η Πέμπτη πέντε και η Παρασκευή τέσσερις. Κι’ ο Άγιος Μόδεστος ο Άγιος της Τρίτης.
Μέχρι κι’ αυτή Κασσιανή τη βάφτισε ο δικός της, και της άρεσε πολύ. Γιατί ήταν γυναικείο και γλυκά αμαρτωλό.

Αφιερωμένο στην παρέα της Τρίτης.

Ανδρέα Εμπειρίκου
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας. 

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Επιστροφή

   Απέφυγε τη μαύρη γάτα, διέφυγε της προσοχής της μαύρης χήρας που τον παραμόνευε να του χαλάσει τη μέρα, έξυσε και ξανάξυσε τ’ αχαμνά του στη θέα του μαύρου ράσου που ξαμολύθηκε μετά τον όρθρο για να πάρει σειρά στην ουρά της τράπεζας, έφτυσε και ξανάφτυσε τον κόρφο του όταν ήρθε αντιμέτωπος με τα βυζιά της περιπτερούς για τα τσιγάρα του και με ελαφρά πηδηματάκια κατευθύνθηκε στο χώρο της δουλειάς του.
-Καλό χειμώνα, τον τουφέκισε η γαϊδουροφωνάρα του χοντρομαλάκα συναδέλφου του. Χωρίς να του δώσει ευκαιρία διαφυγής άρχισε να τον γαζώνει με ριπές μιζέριας με σκοπό να τον αποτελειώσει πριν την εκκίνηση.
Με την πρώτη ριπή του εξήγησε πως κατάφερε να βρει ένα ευρύχωρο δίκλινο στην τιμή του μονόκλινου, όπου πρόσθεσε και άλλα τρία αναδιπλούμενα συν μια πολυθρόνα που γίνεται κρεβάτι για να κοιμούνται η δύστυχη γυναίκα του οι τρεις ενήλικες κόρες του και ο ανήλικος γιος του στη πολυθρόνα. Κι’ όλα αυτά δίπλα στο άλλο ευρύχωρο δίκλινο στην τιμή του μονόκλινου όπου έκανε μαζί τους διακοπές, η επταμελής οικογένεια του μπατζανάκη του, δίπλα στη τουαλέτα που μοιράζονταν όλοι οι παραπάνω μαζί μ’ ένα ζευγάρι συνταξιούχων ρουμάνων που έμενε σ’ ένα χώρο που έβλεπε στον ακάλυπτο κι’ επικοινωνούσε με μια σιδερένια αφαιρούμενη σκάλα.
Με την δεύτερη ριπή έκανε τον λογαριασμό προσθέτοντας τις τιμές από έντεκα ευμεγέθεις μελιτζάνες παπουτσάκι, τέσσερα μπούτια και διόμιση στήθια κοτόπουλου, τρις χωριάτικες, δύο μικρές μπύρες, δύο σόδες, εφτά πορτοκαλάδες και δύο λεμονίτες. 39.5 ευρουλάκια όλα. Από είκοσι με τον μπατζανάκη του.
Η τρίτη ριπή ήρθε σε συνέχεια της δεύτερης. Πήρε απόδειξη από το φαγάδικο, αλλά τα Voula Studios του έκανε το δύσκολο για να του δώσουν απόδειξη. Κι’ όταν τους απείλησε ότι θα τους κατήγγειλε στην τουριστική αστυνομία, ήρθε η ίδια η Βούλα αυτοπροσώπως και τους έδωσε από μια με πολύ μεγαλύτερο ποσό και σ’ αυτόν και στο μπατζανάκη του.
Κάπου εδώ άρχισε τη γκρίνια γι’ αυτούς που μας κυβερνάνε Και ποιοι είναι αυτοί οι μαλάκες που τους ψηφίζουνε, και πόσο έπεσε το οικογενειακό επίδομα. Κόλλησε στο όνομα αυτού που έβαλε ο Σαμαροβενιζέλος υπουργό οικονομικών. Να δεις, ένα ξεχαρβαλωμένο επίθετο ασορτί μ’ ένα σπασμένο αλβανικό όνομα.
Το στομάχι του έγινε μπετονιέρα. Με θολό απλανές βλέμμα έκανε μεταβολή και στηρίχτηκε στα κάγκελα της περίφραξης του αύλειου χώρου απ’ την έξω μεριά.
Απ’ το ξεσκισμένο πανώ που έμεινε απ’ την περασμένη σαιζόν κινητοποιήσεων άρχισαν να ξεπροβάλουν οι μορφές των κοριτσιών. Απ’ τα δεξιά της Υγείας, απ’ τ’ αριστερά της Πρόνοιας. Η μια του πήρε την πίεση, η άλλη του έκανε μαλάξεις κι η τρίτη έτρεξε να του φέρει νερό. Ένα υποσύνολο ευγενών παρουσιών βοήθησε να ηρεμήσει το ταραγμένο θυμικό του. Και να, κάπου από ‘κει μέσα ίσως να ξεπρόβαλε η γραφίστρια που θα σχεδίαζε το ιδεόγραμμα της ζωής του.
                                                                                       
                                                                                                  Στην Ελένη

Γιώργος Σαραντάρης
ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ
Δεν είμαστε ποιητές σημαίνε φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη
ο θάνατος βραχνάς.