Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ιστορίες κτηματολογίου

Δυο μέτρα άντρας ο παππούς, ένα μέτρο πάχος οι τοίχοι.
Πώς κουβάλησε τόσες πέτρες;
Μια σπιθαμή γυναίκα η γιαγιά. Δώδεκα παιδιά γέννησε.
Πώς τον κουμαντάριζε;
Το κελάρι για τη μυτζήθρα έγινε λουτροκαμπινές. Το μέρος που στοιβάζανε το βαμβάκι σαλοτραπεζαρία.
  Σου λέω, το μέρος έχει πολλά βάρη.
Τα βάρη της μαλακίας  του παππού, που αράδιαζε αβέρτα παιδιά για να γίνουμε πολλοί, να πάρουμε την Πόλη.
Το βάρος της σκάφης της γιαγιάς.
Και τ’ ασήκωτα βάρη των δανείων προς την Τράπεζα. Γιατί η θεια σου η μικρή ήθελε μπανιέρα. Κι’ όταν παντρεύτηκε άλλα βάρη για την προίκα της.
   Τίτλο και πιστοποιητικό μεταγραφής θέλει το κτηματολόγιο. Τριάντα τρεις κατιόντες υπολογίσαμε με τη συμβολαιογράφο. Δύο εξηκοστά έκτα το μερτικό σου. Υπολόγισέ τα σε χώμα, σε πέτρα, σε φόρο, σε δικαιώματα πληρωμής του κτηματολογίου ή σε φταίξιμο.
Γιατί φταίει κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου. Τίποτα για την οικογένειά του. Αυτός τη δουλειά αυτός  και τα βάρη.
Φταίω κι’ εγώ, που δεν τους μούντζωσα, να σας πάρω όταν ήσασταν μικρά και να φύγω.
Φταις κι’ εσύ. Ούτε δεξιός, ούτε πασοκτσής, να μπεις σ’ αυτές τις μελετητικές  εταιρίες που φτιάχνουν το κτηματολόγιο. Τζάμπα το πολυτεχνείο. Και τώρα με την Αριστερά πάλι στην απ’ έξω. Τι σόι αριστερός είσαι, δεν καταλαβαίνω.
   Το ρεύμα κι’ εκείνη τη δόση για το δάνειο του αυτοκινήτου σου. Άλλα δεν πληρώνω.

Κι’ άμα πεθάνω ας έρθει η Τράπεζα να πάρει τις πέτρες κι’ η θεια σου τη μπανιέρα.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Η ασφάλιση της αλκυόνης

Τέντωσε διαδοχικά, πρώτα το αριστερό μετά το δεξί της φτερό, η γριά αλκυόνη.
Η ζεστασιά του ήλιου, η θελκτικότητα της θάλασσας, η λαμπρότητα του φωτός κάθε άλλο παρά θετικό πρόκριμα αισιοδοξίας γι’ αυτήν.
Ένοιωθε τόσο κουρασμένη.
Ξανά δεν πρόκειται να του κάτσω. Δεν θα διασώσω εγώ το είδος των άστεγων, των ταλαίπωρων, των εξαρτημένων από τις διαθέσεις τρίτων, των οιωνοί οφειλετών.
Αφέθηκε στην αγκαλιά του ανέμου, όπως μια κόρη αφήνεται στα χάδια του εραστή της και όχι του πατέρα της, θωρώντας τα κύματα σαν τον αφρό της ζωής, ανασαίνοντας το σήμερα όπως ο δύτης πριν την κατάδυση, αδιαφορώντας για το αύριο όπως το περιθώριο αδιαφορεί για την ασφάλιση.
Εξ’ άλλου πόσα χρόνια ζει η αλκυόνη;

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα - και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους την ερημιά του μάστορα.
                                                                        Γιώργος Μαρκόπουλος