Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Η ασφάλιση της αλκυόνης

Τέντωσε διαδοχικά, πρώτα το αριστερό μετά το δεξί της φτερό, η γριά αλκυόνη.
Η ζεστασιά του ήλιου, η θελκτικότητα της θάλασσας, η λαμπρότητα του φωτός κάθε άλλο παρά θετικό πρόκριμα αισιοδοξίας γι’ αυτήν.
Ένοιωθε τόσο κουρασμένη.
Ξανά δεν πρόκειται να του κάτσω. Δεν θα διασώσω εγώ το είδος των άστεγων, των ταλαίπωρων, των εξαρτημένων από τις διαθέσεις τρίτων, των οιωνοί οφειλετών.
Αφέθηκε στην αγκαλιά του ανέμου, όπως μια κόρη αφήνεται στα χάδια του εραστή της και όχι του πατέρα της, θωρώντας τα κύματα σαν τον αφρό της ζωής, ανασαίνοντας το σήμερα όπως ο δύτης πριν την κατάδυση, αδιαφορώντας για το αύριο όπως το περιθώριο αδιαφορεί για την ασφάλιση.
Εξ’ άλλου πόσα χρόνια ζει η αλκυόνη;

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα - και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους την ερημιά του μάστορα.
                                                                        Γιώργος Μαρκόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου